ΣΤΟ 40% ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΟΙ ΑΠΕ ΕΩΣ ΤΟ 2030 (του Κοσμά Ζακυνθινού)

Στο 40% της παραγωγικής ικανότητας ηλεκτρικού ρεύματος θα αντιστοιχεί το μερίδιο των ΑΠΕ, έως το 2030, διπλασιάζοντας τη δυναμική του εν συγκρίσει με το σημερινό μερίδιο αγοράς, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού ΑΠΕ (IRENA).

Όπως επισημαίνει ο Γενικός Διευθυντής του IRENA, Adnan Amin, η ανάπτυξη αυτή οφείλεται στο χαμηλότερο κόστος της τεχνολογίας, τονίζοντας ότι «αναμένουμε πως με χαμηλότερο κόστος τεχνολογίας, ως το 2030 θα έχουμε μια παραγωγική ικανότητα στο παγκόσμιο σύστημα ενέργειας περίπου στο 40%, το οποίο αποτελεί εξαιρετική ανάπτυξη». Μάλιστα, ο ίδιος τόνισε ότι το μερίδιο των ΑΠΕ στο παγκόσμιο σύστημα ενέργειας είναι αυτή τη στιγμή στο 22%.

Η πραγματική πρόκληση για τις ΑΠΕ είναι να εξασφαλίσουν το μερίδιο αγοράς του αργού στα προϊόντα θέρμανσης, ψύξης και μεταφορών, όπως αναφέρει ο Adnan Amin, σημειώνοντας πως «σε ο,τι αφορά τον τομέα ενέργειας, το πετρέλαιο παίζει πολύ μικρό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας σε όλο τον κόσμο, περίπου στο 5%».

Το ηλεκτρικό ρεύμα από την φωτοβολταϊκή ενέργεια δέχεται μια τόνωση καθώς η τιμή της έχει μειωθεί. Παράλληλα, οι μειούμενες τιμές στο αργό έχουν κάνει τα εναλλακτικά καύσιμα λιγότερο ελκυστικά, περιορίζοντας την επένδυση σε βιοκαύσιμα, σύμφωνα με τον IRENA.

Ο κλάδος των ΑΠΕ παρουσίασε άνοδο 5% το 2015, με την απασχόληση σε παγκόσμια κλίμακα, να φτάνει στα 8,1 εκατ. θέσεις εργασίας, με τους 1,3 εκατ. εργαζόμενους να απασχολούνται ειδικά στην κατηγορία των μεγάλων υδροηλεκτρικών. Όπως σημειώνει ο Διεθνής Οργανισμός ΑΠΕ, ενώ η αύξηση των θέσεων εργασίας επιβραδύνθηκε, σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, ο συνολικός αριθμός απασχολούμενων στον κλάδο των ΑΠΕ συνέχισε να βαίνει αυξανόμενος, εν αντιθέσει με ότι συμβαίνει στον ευρύτερο χώρο της αγοράς ενέργειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης στις ΑΠΕ ήταν, για το 2015, η Κίνα, η Βραζιλία, οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Γερμανία. Όπως διαπιστώνεται, οι περισσότερες θέσεις είναι πλέον στις χώρες της Ασίας, όπου το μερίδιο στην παγκόσμια απασχόληση αυξήθηκε σε 60%.

Ο μεγαλύτερος εργοδότης των ΑΠΕ ήταν τα φωτοβολταϊκά, με 2,8 εκατ. θέσεις εργασίας σε ολόκληρο τον κόσμο, σημειώνοντας άνοδο 11% έναντι του 2014. Τα μεγαλύτερα ποσοστά απασχόλησης καταγράφονται σε Ιαπωνία και ΗΠΑ, σταθεροποιητικές τάσεις σημειώνονται στην Κίνα, ενώ συνεχώς μειούμενα είναι τα ποσοστά στην Ε.Ε.

Θετικά είναι τα μηνύματα στον κλάδο των αιολικών, με υψηλούς ρυθμούς εγκατάστασης να παρουσιάζουν η Κίνα, οι ΗΠΑ και η Γερμανία, οι οποίες οδήγησαν την απασχόληση στο +5%, φτάνοντας τα 1,1 εκατ. θέσεις εργασίας.

Ως εργοδότης-κλειδί χαρακτηρίζεται από τον IRENA ο τομέας της βιοενέργειας, με τα υγρά βιοκαύσιμα να απασχολούν 1,7 εκατ. εργαζόμενους, τη βιομάζα 822.000 εργαζόμενους και το βιοαέριο 382.000 εργαζόμενους. Ωστόσο, σημειώνεται ότι στα βιοκαύσιμα η απασχόληση μειώθηκε κατά 6%, λόγω της μηχανοποίησης σε ορισμένες χώρες.

Στο κομμάτι της θέρμανσης-ψύξης με ηλιακή ενέργεια οι θέσεις μειώθηκαν στις 940.000, ειδικά σε αγορές όπως της Κίνας, της Βραζιλίας και της Ε.Ε. Αντίστοιχα, οι άμεσες θέσεις εργασίας στα μεγάλα υδροηλεκτρικά μειώθηκαν στα 1,3 εκατ. λόγω της μείωσης των νέων εγκαταστάσεων.

Ανθρώπινο κόστος

Ο διπλασιασμός του συνολικού μεριδίου των ΑΠΕ, μέχρι το 2030, θα μειώσει δραματικά τις επιβλαβείς για την ανθρώπινη υγεία εκπομπές ρύπων -σώζωντας έως και 4 εκατ. ανθρώπινες ζωές ετησίως ως το 2030. Η έκθεση του IRENA υπό τον τίτλο «The True Cost of Fossil Fuels: Saving on the Externalities of Air Pollution and Climate Change», ποσοτικοποιεί τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές δαπάνες που σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα.

Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο διπλασιασμός του μεριδίου των ΑΠΕ ως το 2030 θα μειώσει τις επιβλαβείς εκπομπές ρύπων, όπως η αμμωνία, τα αιωρούμενα σωματίδια, οι πτητικές οργανικές ενώσεις και το διοξείδιο του θείου κατά 82%, 33%, 27% και 12% αντίστοιχα. Αυτή η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης θα οδηγήσει σε «εξοικονόμηση» έως και 3,2 δισ. δολαρίων ετησίως μέχρι το 2030, λόγω της μείωσης των δαπανών που σχετίζονται με την υγεία.

«Βλέπουμε ήδη τις ΑΠΕ να ανταγωνίζονται ισάξια τις παραδοσιακές πηγές καυσίμων και να νικούν. Αν υπολογιστούν όλες οι σχετικές δαπάνες και τα οφέλη, οι ΑΠΕ γίνονται ακόμη πιο ελκυστική επιλογή. Για να κατανοήσουμε το πραγματικό κόστος της ενέργειας, καθώς και τη λήψη αποφάσεων πολιτικής, θα πρέπει το εξωτερικό κόστος που συνδέεται με τη χρήση ορυκτών καυσίμων να ενσωματωθεί στις τιμές της ενέργειας», όπως σχολιάζει ο Dolf Gielen, Διευθυντής του Κέντρου Καινοτομίας και Τεχνολογίας του IRENA.

Η μεγαλύτερη μείωση εκπομπών ρύπων, σύμφωνα με την έκθεση του IRENA, θα προέλθει από τον κλάδος της ηλεκτροπαραγωγής, κυρίως εξαιτίας της μειωμένης χρήσης άνθρακα. Ακολουθεί ο κλάδος των μεταφορών, χάρη στη βελτίωση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα στις πόλεις. Σε απόλυτους όρους, η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία και οι ΗΠΑ θα επιτύχουν τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση δαπανών στην υγεία, με τις αναπτυσσόμενες χώρες να ακολουθούν, καθώς η παραδοσιακή χρήση βιοενέργειας θα καταργηθεί σταδιακά. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εθνικές πολιτικές και τον σχεδιασμό, η ζήτηση για ορυκτά θα αυξηθεί κατά 40% μεταξύ του 2010 και του 2030, αυξάνοντας τα τρέχοντα επίπεδα ρύπανσης του αέρα.

Ο διπλασιασμός του μεριδίου των ΑΠΕ στο παγκόσμιο ενεργειακό μείγμα, ωστόσο, θα μειώσει τη χρήση του άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά 36%, 20% και 15% αντίστοιχα. «Σήμερα, 4 δολάρια δαπανώνται για την επιδότηση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων για κάθε 1 δολάριο στην επιδότηση της ανανεώσιμης ενέργειας. Με τις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του άνθρακα σε ιστορικά χαμηλά, είναι τώρα ευκολότερο για τις κυβερνήσεις να διορθώσουν αυτό το πρόβλημα. Αυτή η έκθεση αναδεικνύει το πραγματικό κόστος της ενέργειας και με αυτό τον τρόπο ενθαρρύνει την υιοθέτηση των κατάλληλων πολιτικών για την ανάπτυξη των ΑΠΕ», όπως καταλήγει ο Gielen.

Πηγή/φωτογραφίες: Ημερησία, imerisia.gr