ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΗΣΗ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ (του Γιάννη Ζήση)

(Μέρος Β΄ του δοκιμίου «Η Θέληση και η Πλάνη της Δύναμης») 

Αποκλεισμός της ετερότητας και η φύση της θέλησης για δύναμη

Ένα μεγάλο μέρος της βιωματικής σχέσης, με την οποιαδήποτε κοσμοθεώρηση, εξαντλείται στον αποκλεισμό του διαλόγου και της ετερότητας ή ενός άλλου προσδιοριστικού χαρακτηριστικού με μια αίσθηση υπεροχής και αποκλειστικότητας. Ακόμη και υπό την έννοια μιας ανάγκης για μια μη αποκλειστικότητα και για μια εξισορρόπηση της διατεταγμένης μαζικά αποδοχής και κυριαρχίας κοσμοθεωρητικών προσεγγίσεων ή ειδώλων, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ενυπάρχει το αίτημα για μια αποκλειστικότητα, για μια δικαίωση μέσω υπεροχής, όπως, για παράδειγμα, το αίτημα της ισότητας που εκφράζουν οι αδύναμοι.

Σε αυτό εμπλέκεται η πλάνη της δύναμης και η αυταπάτη της εξουσίας ως καθοριστικού παράγοντα διαμόρφωσης του τύπου της συνείδησης – πράγμα που αποτελεί το θεμελιώδες πρόβλημα για το απελευθερωμένο και απελευθερωτικό γίγνεσθαι της θέλησης, καθώς αυτό το γίγνεσθαι συγχέεται  με τη θέληση για δύναμη.

Η θέληση για δύναμη έχει πολύ βαθύτερους μηχανισμούς από αυτούς που υποψιαζόμαστε. Συνυπάρχοντας με τη θέληση για ύπαρξη και τη θέληση για ζωή, τελικά διακατέχει όλα τα πεδία εκδήλωσης και ανάπτυξης του όντος στη φύση. Συνεπώς, έχει συνδυαστεί με τις ενστικτώδεις δομές και δεν μπορούμε να απελευθερωθούμε από αυτήν μέσα από μια απλή διακηρυκτική προσέγγιση του συνειδητού. Το ζήτημα της θέλησης για δύναμη απαιτεί πολύ πιο βαθιές βιωματικές διεργασίες που θα ξεδιπλώσουν μια νέα βιωματική σε όλες τις τομεακές και τις χρωματικές εκδοχές της συνείδησής μας και της δυναμικής της θέλησης, καθώς και την παραδοχή ότι η «θέληση αναδεικνύεται ως η αναιρετικότητα του φόβου  από  πλευράς της ύπαρξης, ως η αναιρετική δυναμική, όχι σαν συγκρουσιακή διάθεση, αλλά ως πλήρης εξαφάνιση του φόβου. Είναι εκείνη η θέληση που δεν εκβιάζει για να συμβούν γεγονότα και που αναδεικνύει τη γνώση του Είναι».[1]

Η συνειδησιοφάνεια και η σχέση συνείδησης και δύναμης

Πρέπει να προσεγγίσουμε ως πρωτογενές πρόβλημα πλάνης, πρώτον, αυτή την αυτοβεβαιωτικότητα που έχει η συνείδηση και την οποία έχουμε ονομάσει «συνειδησιοφάνεια» και, δεύτερον, παράλληλα με αυτήν, την έλξη της προς τη δύναμη, την αυτοπαγίδευσή της σε έναν φαύλο κύκλο διαμέσου της δύναμης. Εδώ, ακριβώς, ερχόμαστε στις αναγκαιότητες που προέκυψαν, λόγω των ατελειών της κοινωνίας,  κι επέδρασαν καταλυτικά στην εξέλιξη, όπως θα έλεγε ο Μίλοβαν Τζίλας, στην «Ατελή Κοινωνία» του, ή στην αναγκαιότητα για τη σχέση της υπαρξιακής με την ατελή γνώση, αλλά και της υπαρξιακής με την ατελή όψη των πραγμάτων. Όπως έλεγε και ο Μάσλοου, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αδυναμία ως παράγοντα απελευθέρωσης. Υπό αυτή την έννοια, εδώ χωρούν και οι διαλεκτικές της παρακμής στη διαδικασία απελευθέρωσης, αλλά είναι διαδικασίες μείζονος κόστους και χαμηλής αποδόσεως. Οι υψηλής αποδόσεως διαδικασίες έχουν να κάνουν με την αυτο-τελειοποίηση και με την πλήρη μαθησιακή ανάδραση.

Οι κίνδυνοι για μια τέτοια πλάνη της συνείδησης αυξάνουν υπερβολικά όταν προσεγγίζουμε ένα εξωτερικό είδωλο μείζονος δυνάμεως. Αυτή η πλάνη τείνει να μας εντυπωσιάσει υπερβολικά και ασύμμετρα, αναδεικνύοντας, τελικά, το πρωτογενές πρόβλημα: την ατέλεια στη δύναμη, στη βιωματική της και στην απήχησή της στο πεδίο της συνείδησης.

Βλέπουμε το αντίστοιχο ζήτημα στην προσέγγιση αμιγώς της θέλησης. Εδώ, βλέπουμε, αρχικά, τον Σοπενχάουερ,ο οποίος, έχοντας το μέτρο μιας εσωτερικής κουλτούρας μέσω της οικειοποίησης της Βουδδιστικής κοσμοθεωρίας, εργάστηκε και είδε τον κόσμο ως βούληση και ως παράσταση, αναδεικνύοντας, έτσι, και τη δυαδικότητα. Συνεπώς, υπήρχε ο μετριασμός αυτής της σχέσης και αυτής της δυναμικής της θέλησης προς τη συνείδηση. Συγκεκριμένα, έγραφε ενδεικτικά: «Ο υλισμός δεν βλέπει πως, θέτοντας το πιο απλό αντικείμενο, θέτει το ίδιο το υποκείμενο: απ’ την πλευρά του, ο Φίχτε δεν πρόσεξε ότι με το υποκείμενο είχε τεθεί το αντικείμενο, χωρίς το οποίο το υποκείμενο είναι ακατανόητο».[2] Στον Νίτσε, αντιθέτως, βλέπουμε μια αβυσσαλέα μονομέρεια, μια πλήρη εκτροπή της συνείδησης προς την κατεύθυνση της πλάνης της δυνάμεως τόσο στο ομώνυμο έργο του «Η Θέληση της Δύναμης», αλλά και στο σύνολο του έργου του, με πολύ προβληματικές, βέβαια, ιστορικές επιπτώσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε: « […] Η συνείδηση σε δευτερεύοντα ρόλο, σχεδόν αδιάφορο, περιττό, προορισμένη ίσως να εξαφανιστεί και να δώσει τη θέση της σε έναν τέλειο αυτοματισμό»[3] ή«Πρέπει πράγματι να αναζητούμε την τέλεια ζωή εκεί που έχει γίνει λιγότερο συνειδητή …».[4]

Ο υποκειμενισμός και η ρήξη με την πραγματικότητα 

Με τον τρόπο που προσεγγίστηκε το θέμα της θέλησης και της δύναμης, έχουν προσεγγιστεί, αντίστοιχα, και άλλα ζητήματα, όπως, επί παραδείγματι, η γνώση – η γνώση ως  υποκειμενική δύναμη αλλά και ως ένα πεδίο αντικειμενικής δύναμης. Η γνώση γίνεται αντιληπτή ως αλήθεια, ως αμεροληψία, ως πραγματικότητα και εξελίσσεται ως πλάνη δυνάμεως στον βαθμό που αντιμετωπίζεται από τη νοητική μας ικανότητα ως μια ολοκλήρωση ή αρτιότητα, γιατί, τότε, μέσω της γνώσης θεωρούμε ότι κατέχουμε τον κόσμο, ότι έχουμε την ορθή σχέση με την πραγματικότητα και ότι, συνεπώς, διαθέτουμε μια πλήρη δυναμική της συνείδησής μας, μια αυθεντία της συνείδησής μας σε σχέση με τον κόσμο. Τότε, έχοντας αυτήν την αντίληψη της «πλήρους» δυνάμεως, την οποία δημιουργεί η καταγραφή της γνώσης ως της δύναμης της πραγματικότητας, οικειοποιούμαστε και εμείς μέρος της, ενώ, παράλληλα, ασκούμε και τη δύναμη της γοητείας και της αυθεντίας. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τον Νίτσε ως κυριότερο εκπρόσωπο του ρεύματος αυτού: «Η λεγόμενη ενόρμηση για γνώση μπορεί να αναχθεί σε μια ενόρμηση ιδιοποίησης και κατάκτησης: Οι αισθήσεις, η μνήμη, τα ένστικτα κ.τ.λ. αναπτύχθηκαν ως επακόλουθα αυτής της ενόρμησης».[5]

Γι’ αυτόν τον λόγο, διαβλέπουμε ότι η τάση για έναν υποκειμενισμό έρχεται σε ρήξη με τη δεσμευτικότητα της αλήθειας και της πραγματικότητας υπάρχει και ως τάση δυνάμεως στη συνείδηση, ως πλάνη. Γι’ αυτό, λοιπόν, στρέφεται εναντίον της αλήθειας με σφοδρότητα και πολλαπλότητα ο Νίτσε – και όχι μόνο αυτός, αλλά, επίσης, και πολλοί άλλοι στρέφονται ενάντια στην αρχή της πραγματικότητας. Έχουμε, δηλαδή, την περίπτωση που η συνείδηση λειτουργεί στην κατεύθυνση της εναλλακτικοποίησης της παράστασης του κόσμου, της διαφοροποίησης της καταγραφής της φύσης του κόσμου ως υποκείμενης σε μια δυναμική υποκειμενισμού. Υπάρχει, όμως, και μια υγιής τέτοια προσέγγιση που είναι φαινομενολογική και συνδέεται με την αναγνώριση του υποκειμένου της οντότητας επέκεινα των αντικειμενικοποιητικών εννοιών της κοσμοθεώρησης και αναδεικνύεται σε φιλοσοφικά ρεύματα όπως αυτά της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού ή της ενορατικής σχολής. Η παθογένεια του να επινοήσουμε τον κόσμο και να  θεωρήσουμε κέντρο του κόσμου τη συνειδητότητά μας ενυπάρχει και εκφράζεται σαν ένας «βολουνταρισμός» ή βουλησιαρχισμός.

Από την άλλη, ενυπάρχει και η τάση να προσεγγίσουμε τον κόσμο ως δύναμη, διαμέσου της γνώσης, ταυτιζόμενοι με την άβια πραγματικότητα ή την όποια κοσμοθεωρητική εικόνα έχουμε για την πραγματικότητα και, μέσω αυτής, διά της μεταβατικής οδού, να βιώσουμε τη δύναμη της συνείδησης μας.

Στον βαθμό που το βαθύτερο κίνητρο είναι το κίνητρο της δύναμης και της εξουσίας,  σχηματίζεται μια πλάνη που θα εξελιχθεί σε αυταπάτη, μια πλάνη που εκπέμπει αυθεντία και γοητεία και που, τελικά, παγιδεύεται σε έναν τραγικό κύκλο ως μια απατηλή μορφή, ακόμη και ως μια ψυχωτική και παραισθητική δραματοποίηση.

Έτσι, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τα κίνητρα του νου και της συνείδησης και, στη συνέχεια, το πεδίο των εννοιών και της δυναμικής τους.

Η εξέλιξη των εννοιών

Το αισθητό, για παράδειγμα, είναι ένα πεδίο που προσφέρεται για την παραγωγή εννοιών κι ένα πεδίο μιας πλανερής δυναμικής και διαμορφώνει τις κύριες έννοιες αντικειμενικοποίησης, κυρίως τις έννοιες αυτές που είναι συνυφασμένες με το πεδίο όπου παράγεται γνώση και επιστήμη ή κοσμοθεωρία. Και εδώ διαπιστώνει κανείς μια μονομέρεια στη συνείδηση, έναν υποκειμενισμό του οργάνου, μια προτίμηση, μια προκατάληψη του συνειδητού. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η προκατάληψη χρησιμεύει ως ένας περιορισμός σε σχέση με το φαντασιακό, ως ένα πεδίο οικονομίας του λόγου, όπου οι έννοιες θα πρέπει να προσδιοριστούν κατ’ οικονομίαν και όπου ο λόγος θα πρέπει να λειτουργήσει με το «ξυράφι του Όκαμ»,[6] με την ελαχιστότητά του, με τη λακωνικότητά του, αλλά, επίσης με την ευρύτητα του φάσματος, ώστε να φωτίσει το επιστητό, το αισθητό, ώστε να λειτουργήσει δημιουργικά και, τελικά, να μοχλεύσει και μέσω του φαντασιακού το πραγματικό, πάντοτε στη λογική μιας υπερβατικότερης αλήθειας έναντι του αισθητού, της παράστασης.

Οι έννοιες, τώρα, υπόκεινται σε μια εξέλιξη η οποία μπορεί να είναι, γενικά, εξέλιξη της ιστορικής ανάπτυξης του ανθρώπινου ψυχισμού και της ανθρώπινης νοημοσύνης, αλλά, παράλληλα, μπορεί να είναι η εξέλιξη ενός ειδικού τομέα, μιας ιδιότητας, ενός χρωματικού τομέα, όπως της φυσικής, μια χρωματική εξειδίκευση, δηλαδή, η οποία επίσης τελεί υπό μια διαρκή εξελικτικότητα.

Γύρω από αυτή την εξελικτικότητα και τα κριτήριά της έχουν να πουν πολλά οι επιστημολόγοι, ιδιαίτερα μετά από το έργο του Τόμας Κουν «Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων».

Υπό ορισμένους όρους, λειτουργούν σωρεύσεις στις καθυστερήσεις που επιφέρουν η αδράνεια και η έξη, η μόδα των επιστημονικών όρων, και, τελικά, επέρχονται αλματώδεις εξελίξεις που λειτουργούν αναθεωρητικά ακόμη και ως προς το ερμηνευτικό μοντέλο. Αυτό το έχουμε δει και στο πιο αυστηρό πεδίο επαληθευσιμότητας, στο πεδίο της επιστημονικής θεωρίας, το οποίο διέπεται από μια ομαδική, συνήθως, εγκυρότητα μέσα λόγω της επαληθευσιμότητάς του και  της συμμετοχής των επιστημόνων σε αυτό.

Ωστόσο, και σύμφωνα και με τα λεγόμενα του νομπελίστα φυσικού Μαξ Πλανκ –και μάλλον έχει δίκιο με δεδομένες και τις διάσημες αντιδικίες των επιστημόνων– αναδεικνύεται, επιπλέον, μια καθαρά υποκειμενική δυναμική στη διάδοση των καθαρά επιστημονικών ιδεών και στην επικράτησή τους στο κοσμοθεωρητικό μοντέλο. Ας αναφέρουμε ότι, όταν ο Μαξ Πλανκ αναγκάστηκε να δανειστεί ιδέες από τη Στατιστική Μηχανική για να θεμελιώσει θεωρία του, είπε: « […]ήταν μία πράξη απελπισίας […] ήμουν έτοιμος να θυσιάσω οποιαδήποτε από τις προηγούμενες πεποιθήσεις μου σχετικά με τη Φυσική […] », καθώς και το «Μια νέα αλήθεια στην Επιστήμη δεν επιβάλλεται επειδή οι εχθροί της πείσθηκαν και εξέφρασαν την αλλαγή της γνώμης τους, αλλά κυρίως επειδή οι εχθροί της σιγά-σιγά πεθαίνουν και η νεότερη γενιά διδάσκεται τη νέα αλήθεια από την αρχή».[7]

Αναφορές:
(1) Ζήσης Γιάννης, Έξω από το σπίτι μας, 2011, solon.org.gr
(2) Σοπενάουερ Α., Ο Κόσμος σαν Βούληση και σαν Παράσταση, εκδ. Αναγνωστίδη, σελ. 55.
(3) Νίτσε Φρ, Η Θέληση για Δύναμη, εκδ. Νησίδες, σελ. 253.
(4) Νίτσε Φρ, ομοίως,  σελ.218.
(5) Νίτσε Φρ, ομοίως,  σελ. 205.
(6) Το ξυράφι του Όκαμ σημαίνει ότι ανάμεσα σε δύο θεωρίες που παρέχουν εξίσου ακριβείς προβλέψεις πρέπει να διαλέξεις την απλούστερη. Όμως υπάρχει και αντίλογος, el.wikipedia.org
(7) Μαξ Πλανκ, el.wikipedia.org


Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας

Φωτογραφία: wikipaintings 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 21/01/14

Διαβάστε, επίσης, 
– 
Λάθη στη σύνθεση όρων διαφορετικών τομέων γνώσης 
– Η πλάνη και τα κατά Βάκωνα είδωλα στη γνώση 
– Τα είδωλα της αγοράς και του θεάτρου 

(solon.org,gr)