ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ (A’ Mέρος) (του Γιάννη Ζήση)

Ποια γεγονότα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στο παρελθόν καθορίζουν τον σημερινό τρόπο θέασης του κόσμου; Το εργατικό κίνημα προσπάθησε να απαντήσει στον οικονομικό ολοκληρωτισμό του κεφαλαίου. Τί εκτρέπει όμως τα επαναστατικά προγράμματα προς τον  ολοκληρωτισμό και τη βαναυσότητα;  Τί νόημα έχουν οι θεωρίες όταν το αποτέλεσμα είναι μακριά από τις ορθές ανθρώπινες σχέσεις; Μήπως είναι απαίτηση των καιρών η προσθήκη στην ατζέντα του εργατικού κινήματος των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου;
ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ, ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ – Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ (Α’ Μέρος)
      Το εργατικό κίνημα -όσο και αν φαίνεται να διαμορφώνεται στα πλαίσια του 19ου και του 20ου αιώνα- είναι μια εξαιρετικά παλαιά υπόθεση καθώς υπήρχε πάντα μια σύγκρουση μεταξύ εργασίας και ιδιοκτησίας, ιδιοκτησίας που έφτανε μέχρι την ιδιοποίηση του ανθρώπου, την δουλεία του. Η εργασία ξεκίνησε από τη φυσική επιλογή και διαδικασία στην γεωργική παραγωγή, έφτανε μέχρι την αξιοποίηση στης εργασίας των ζώων αλλά και την ιδιοποίηση της ίδιας της ζωής τους ως τροφής και συνέχισε τον κύκλο της με τους ζωτικούς χώρους της τροφικής αλυσίδας. Η εργασία έφτασε να γίνει ανθρώπινη δουλεία αλλά και η τροφική αλυσίδα του ανθρώπου να «εμπλουτιστεί» με ανθρώπινο κρέας, ανθρωποθυσία και βορρά στο θέαμα. Ήταν ένας αέναος κύκλος βαρβαρότητας που αναδείκνυε τις ζωικές καταβολές πολιτισμικά ενισχυμένες. Αυτό ήταν μια ενέλιξη της ανθρωπότητας στον φυσικό οικολογικό της υλισμό και μια ένδειξη για το βαρύ φορτίο και την δυσχέρεια που υφίσταται στην εξέλιξή της. 
   Από τους αλλεπάλληλους κύκλους προσπάθειας εκπολιτισμού ή «εξανθρωπισμού» – πολιτικού, οικονομικού και πολιτισμικού – των ανθρώπων φτάσαμε ως τις χωρίς προηγούμενο οριακές εκρήξεις βαρβαρότητας του 20ο αιώνα. Οι θυσίες των οικείων, των υπηρετούντων και των λαών στον βωμό των ηγετών και των βασιλέων στην αρχαιότητα και οι θυσίες των δούλων, οι ανθρωποθυσίες που γινόντουσαν στους θεούς, οι θυσίες εν ονόματι κοινών συμφερόντων στους πολέμους, όλες αυτές οι θυσίες πολύ αργά δίδασκαν τον άνθρωπο.

Η αργή επώαση των ιδεών: το παράδειγμα της Δημοκρατίας 
 
   Όσοι καινοτόμοι επεχείρησαν να μετατρέψουν την βίαιη ισχύ σε ρυθμιζόμενη ισχύ – έτσι ώστε να ισορροπούν μεταξύ της μαζικής επιθυμίας και ισχύος και της επιθυμίας της διακυβέρνησης – υπέφεραν πολύ και είδαν να βγαίνει μικρό έργο από τον κόπο των ιδεών τους, για να θυμηθούμε την ιστορία του Κομφούκιου, του Ακμπάρ, του Κουμπλάι Χαν και πολλών άλλων ηγετών σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
     Μερικές ιστορίες – ιδεών και ανθρώπων – είχανε μια τεράστια συνεισφορά αλλά σε πολύ μεγάλο μήκος χρόνου. Το παράδειγμα της ιδέας της δημοκρατίας είναι χαρακτηριστικό. Η δημοκρατική ιδέα γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα σε ένα βαθμό, και όχι μόνο όμως σ’ αυτήν.  Πήρε την οριστική της τροπή από την επιτυχία και την σημαντικότητα της μεταρρύθμισης του Σόλωνα και στη συνέχεια του Κλεισθένη. Απέκτησε την ιστορική σημαντικότητα της επιβίωσης του πολιτεύματος μέσα από τους Μηδικούς πολέμους και από τις εσωτερικές εξελίξεις του ελληνικού πολιτισμού. Γονιμοποίησε το Ρωμαϊκό δίκαιο που αποτέλεσε μια μετεξέλιξη ή προσαρμογή της ελληνικής εμπειρίας και το οποίο δοκιμάστηκε μέσα από την ιστορική κρίση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσω του κινήματος του Σπάρτακου και του Χριστιανισμού. Η ιδέα της δημοκρατίας στον ύστερο μεσαίωνα αποκτά την μορφή της, με τη  Μάγκνα Κάρτα, τις πόλεις-κράτη, τα μορφωτικά  κινήματα και την γέννεση της Αστικής Τάξης στην Αναγέννηση, τον Ανθρωπισμό, τη Μεταρρύθμιση το Διαφωτισμό, το Φιλελευθερισμό, το Ρομαντισμό και το Σοσιαλισμό. Είναι ένα τεράστιο ρεύμα που συνδέεται με τις επιστήμες του ανθρώπου στον 19ο και τον 20ο αιώνα και που αναδεικνύει βέβαια τη σημαντικότητα του στοχασμού και των ιδεών στην ιστορία Χεγκελιανά και όχι μόνο. [1]

      Σ’ όλη αυτή την κρίση δεσπόζοντα ρόλο παίζει η ιδέα της ιδιοκτησίας και η σχέση μας με την εργασία. Αυτό συμβολίζεται και στην αφήγηση της Εδέμ και την εξορία από αυτήν. Συμβολίζεται στη σχέση της συνείδησης με τον βιοτικό κύκλο και στην ανακάλυψη του φαντασιακού της θέσμισης από τον άνθρωπο αλλά και της δυσκολίας της διαχείρισης των πόρων, μέσω θέσμισης και εργασίας. Είναι η εργασία στο πεδίο των ιδεών και των θεσμών και η εργασία στη φύση. Συνδέεται με τη βία της φυσικής διαλεκτικής και την αδυναμία του ανθρώπου να απορροφήσει τη ζωική σχόλη, την ρέμβη και την αμεριμνησία στον πολιτισμό του όπως και την ενατένιση με αποσύνδεση που επιτρέπει τον ελεύθερο χρόνο και τη βιωματική απόλαυσή του. Αντίθετα η αναζητούμενη απόλαυση δια της επιθυμίας γίνεται ένα παίγνιο του φαντασιακού που στρεβλώνει τον πνευματικό ορίζοντα και στοχασμό της ανθρωπότητας, καθώς μόνο οι στοχαστές μπορούν να διαθέτουν το αναγκαίο υποκειμενικά υπόβαθρο και αυτοί μόνο υπό κάποιες κοινωνικές συνθήκες, αν και γνωρίζουμε ότι υπήρξαν μεγάλοι στοχαστές στην θέση του δούλου και του αγωνιστή όπως και στοχαστές ελεύθεροι από οικονομική μέριμνα.

     Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο στοχασμός είναι ταξικό ιδίωμα. Αυτός ήταν ένας από τους μύθους που καλλιεργήθηκαν και που απέδωσαν φτωχά ιστορικά αποτελέσματα. Το είδαμε αυτό και στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν δεν είδαμε τα μεγάλα πνευματικά επιτεύγματα που προσδοκούσε ο ταξικός μύθος στην ποιότητα ζωής των λαών. Παρότι υπήρξαν κοινωνικές κατακτήσεις δεν είδαμε τελικά την οργανωμένη παραγωγή εργασίας να απελευθερώνει σχόλη και χρόνο για την πνευματική ανάδειξη και απόλαυση του ανθρώπου. Αντίστοιχα στον «υπαρκτό» Φιλελευθερισμό ο ελεύθερος χρόνος αλλοτριώνεται ουσιωδώς.

Σταθμοί στην πρόοδο του εργατικού κινήματος – ως βασικού κινήματος πνευματικής και εξελικτικής έκφρασης της ανθρωπότητας
    Το εργατικό κίνημα συχνά είχε πνευματική έμπνευση και δεν ήταν ακριβώς οι μάζες που το συγκροτούσαν, για να διαλύσουμε ακόμη έναν μύθο. Βασικοί σταθμοί ήταν οι συγκρούσεις που γινόντουσαν μεταξύ αυταρχικής εξουσίας, αδιάλλακτου νόμου και ανεπίκαιρου ετεροχρονισμένου οπισθοδρομικού θεσμού από τη μια, με συνθήκες που αφορούσαν στις νέες ανάγκες και στη νέα συνείδηση, μια συνείδηση η οποία αντιστεκόταν στην ισχυρογνωμοσύνη αυτή και τη βαρβαρότητα της ισχύος από την άλλη.
    Τα αδιέξοδα αυτής της ισχύος – είτε αυτά εμφανιζόντουσαν μέσα από κρίσεις πολεμικές είτε μέσα από κρίσεις φορολογικής πολιτικής και έλλειψης αγαθών, από έλλειψη μέριμνας, από φυσικές καταστροφές κλπ – λειτουργούσαν ως παράγοντες ανατροφοδότησης όπου πλέον γόνιμοι φορείς,  πρόσωπα εκφραστές ιδεών έβρισκαν κοινό για την προώθηση ιδεών και αλλαγών.

    Αυτό έγινε στο πλαίσιο της Μάγκνα Κάρτα, με σημαντικό εμπνευστή τον Στέφανο Λάνγκτον, όπως επίσης στα πλαίσια της Γαλλικής ή της Αμερικάνικης Επανάστασης και των εθνικοαπελευθερωτικών επαναστάσεων της εποχής του ρομαντισμού. Οι τελευταίες εξετράπησαν πολλές φορές σε μεγαλοϊδεατισμούς. Τη σκυτάλη πήραν οι Σοσιαλιστικές επαναστάσεις που εξετράπησαν σε ολοκληρωτισμό. Μετά από την διαδικασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, φτάσαμε σε ένα σημείο για επαναδιευθέτησης του μέλλοντος. Η ευκαιρία αυτή πλέον μπορούμε να πούμε ότι δεν αξιοποιήθηκε όσο θα έπρεπε – και τώρα είμαστε στο μέσον μιας συνεχιζόμενης και κλιμακούμενης  κρίσης πολύ πιο πολύμορφης και σε πολλά σημεία πιο ύπουλης από ότι στο παρελθόν. 

Το ιστορικό βάθος του εργατικού κινήματος
    Η βιομηχανική επανάσταση και ο θεσμός της αγοράς έχουν και αυτά τις καταβολές τους σε πολύ μεγάλο ιστορικό βάθος.
   Αυτό ξεκινά από την πρώτη αγροτική και νομαδική ζωή του ανθρώπου με τις εργαλειακές επαναστάσεις, διασχίζει την πρώτη ιδιοποίηση των ζώων εργασίας, αναπαραγωγής και τροφής, περνά μέσα από τον θεσμό της δουλείας, τον εταιρικό και κεφαλαιακό πλούτο, τον κύκλο της εμπορευματοποίησης των συσσωρεύσεων του προϊόντος και του μέσου, με όλα τα φαινόμενα κλίμακας, διαμορφώνοντας μια συνεχή εξέλιξη της μορφής της αγοράς.
    Φτάνουμε στους ιδρυτές της οικονομικής επιστήμης τον Φρανσουά Κενέ, τον Άνταμ Σμιθ και τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Ακολουθεί η γενεά των πιο εξειδικευμένων οικονομολόγων, καθώς η πρώτη γενιά ήταν οικονομικό-φιλόσοφοι ή φιλόσοφοι της ζωής. Ο Φρανσουά Κενέ είναι ο ιδρυτής της Φυσιοκρατικής Σχολής, ο Άνταμ Σμιθ ο θεωρητικός των «ηθικών συναισθημάτων» κάνει την πρώτη συστημική δουλειά για την οικονομία συνεχίζοντας τον δρόμο που ξεκίνησε ο Φρανσουά Κενέ με τους «οικονομικούς πίνακες» – και ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ θεμελιώνει ιδέες που αφορούν την ιδιοκτησία, τους φράκτες, το κοινωνικό συμβόλαιο, την παιδεία ή την ανάκτηση της πνευματικής αξίας από τον άνθρωπο με τον Αιμίλιο, και όλο το παίγνιο του πολιτισμού, της φύσης και του ανθρώπινου πνεύματος.

    Κατόπιν δημιουργείται μια νέα γενεά αμφισβητιών, που εκφράζουν αυτή την διαλεκτική. Ως συνεχιστές κυρίως του Ζαν Ζακ Ρουσσώ ακολουθούν οι ιδεαλιστές του σοσιαλισμού και οι κοινοτιστές και στην συνέχεια οι ιδεαλιστές του αναρχισμού και του μαρξιστικού σοσιαλισμού. Παράλληλα στην γενεαλογία της σκέψης του Άνταμ Σμιθ γεννιούνται οι εκτροπές και οι αντιδικίες γύρω από το κράτος ή τη μόχλευση του κράτους ως θεσμικής οικονομίας κλίμακας για την ιδιωτικότητα και την εταιρική ισχύ της. Εδώ κυριαρχεί ξανά το αυτονόητο, το φάντασμα, -όπως και στην εποχή της δουλείας- της ιδιοποίησης του κέρδους ως αυτοσκοπού, χωρίς στοχασμό για τη ζωή. Η θεωρία της αλλοτρίωσης που επιχειρεί να θέσει το «στοχασμό για τη ζωή», αποτυγχάνει πλήρως, καθώς στο πολιτικό της σύστημα η «απελευθερωτική δικτατορία του προλεταριάτου» αποδεικνύεται ανίκανη -πνευματικά και πολιτικά- να συγκροτηθεί με αξίες και λόγο, καταφεύγοντας στον ολοκληρωτισμό και αυταρχισμό της απόλυτης ιδιοποίησης του κράτους από έναν νέο ολοκληρωτισμό επί της δικτατορίας του προλεταριάτου!
     
     Αυτός ο γραφειοκρατικός, ιδεολογηματικός, πολιτισμικός και διανοητικός ολοκληρωτισμός επί της δικτατορίας του προλεταριάτου,  επιβάλλει μια άποψη σε κάθε τομέα της σκέψης θεωρώντας ότι ο άνθρωπος είναι μια ματεριαλιστική μηχανή. Αν σκεφτόταν κανείς πιο επιστημονικά, ολοκληρωμένα για αυτόν τον ματεριαλισμό θα διαπίστωνε ότι ο άνθρωπος δεν θεωρείται παρά ένα εργαλείο και μόνο, με μια μηδενιστική απόληξη ως οντότητα και αξία που ακυρώνει «λογικά» κάθε σοσιαλιστικό ουμανισμό.

      Έτσι καταλήξαμε από την μία να έχουμε το μηδενισμό της αυταπάτης και απ’ την άλλη το μηδενισμό της άρνησης της ελευθερίας. Η αλλοτρίωση της ελευθερίας και στη μία και στην άλλη περίπτωση είναι το κυρίαρχο σημείο. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το έλλειμμα ενοποίησης, το έλλειμμα διαλεκτικής ομαδικότητας και σύνθεσης των ιδεών, γιατί οι ιδέες δεν μπορούν να συγκροτηθούν ως μονήρεις. Έτσι, η ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την αδελφοσύνη και τη δικαιοσύνη, χωρίς την ιεραρχικότητα και την ισότητα και ούτω καθεξής. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την οντότητά μας σε σχέση με την ετερότητα και την ολότητα, την υλικότητα και την πνευματικότητα. Όμως ο προβληματισμός αυτός παρέμεινε υπανάπτυκτος κάτω από τις «λογικές» της ιστορικής ρουτίνας.

Η ιστορική διαδρομή των αντιφάσεων του εργατικού κινήματος
    Πώς φτάσαμε όμως ως το σημερινό σημείο κρίσης και ανεπάρκειας του εργατικού κινήματος; Καταρχήν, είχε καλλιεργηθεί μια κουλτούρα η οποία δεν ήταν λειτουργικά συνεκτική με το ιστορικό περιβάλλον ως μια ρήξη με μορφές, με οριστική απόρριψη όπως της θρησκείας και του εν γένει φιλοσοφικού στοχασμού της αναζήτηση νοήματος πνευματικού στη ζωή, στα έθνη, στις διαφορετικές κουλτούρες κλπ.  Δεν υπήρξε δηλαδή προβληματισμός για το πνευματικό περιεχόμενο του ανθρώπου όπως επίσης και για την συνύπαρξή του και την βιωσιμότητά του σε σχέση με την φύση ή το περιβάλλον.

   Στη Μαρξιστική και Ενγκελσιανή δοκιμιακή συγγραφή υπήρξαν ελάχιστες και πολύ προβλεπτικές προσεγγίσεις για τα θέματα που αφορούν τις αντιφάσεις της αντιμετώπισής μας και τις μοιραίες συνέπειες για τα ζητήματα του περιβάλλοντος. Ήταν προβλεπτικές για την περιβαλλοντική κρίση και για τη συνάφεια της περιβαλλοντικής μας βίας με την κοινωνική βία. Υπήρξαν ελάχιστες αναφορές για τα ζητήματα της αλλοτρίωσης στο πνευματικό επίπεδο ή σχεδόν καθόλου. Δόθηκε έμφαση μόνο στον τομέα της κοινωνικής αλλοτρίωσης. Έπρεπε να γίνει ένα μαζικό κίνημα με μια συντονισμένη ιδεολογική περιληπτικότητα. Στον τομέα της θρησκείας μόνο ελάχιστες νύξεις συνύπαρξης υπάρχουν από  τον Λούντβιχ Φόυερμπαχ ως τον πρώιμο Καρλ Μαρξ, όπως και μέσα από τις ύστερες προσωπικές του επιστολές όπου αναφέρεται σε μια ιδιότυπη κατάσταση που του θύμιζε τη Νιρβάνα ή που αναφέρεται στα θέματα που αφορούν την αγάπη του για τη Τζένη Φον Βεστφάλεν και τη μεταφυσική των κύκλων της ζωής από τον Πυθαγόρα και τους Βραχμάνους έως τις νεώτερες μεταφυσικές απόψεις.

    Μικρές νύξεις κάνει και ο Βλαντιμίρ Λένιν στη Λογική του Αιθέρα και Ενέργειας κινούμενος στη γραμμή της Θεοσοφίας ή ακόμη παρομοιάζοντας τη διαλεκτική με την Ινδουιστική τριαδικότητα του Βράχμαν, του Βισνού και του Σίβα στα Φιλοσοφικά Τετράδια.
     Κατά τα άλλα οι προσπάθειές του Λένιν να συνυπάρξει με προβληματισμούς ή με απόψεις όπως αυτές του Ανατόλι Βασιλίεβιτς Λουνατσάρσκι ή του Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγιεφ στο επίπεδο το πολιτικό είναι επίσης σεβαστές. Οι αντιφάσεις του όμως γύρω από τον Τολστόι είναι έκδηλες ενός πολιτικού καιροσκοπισμού και τυχοδιωκτισμού στη λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Φυσικό είναι στα ιστορικά εγχειρήματα να υπάρχουν λάθη και ατέλειες γιατί τα πολιτικά υποκείμενα τόσο τα ατομικά και ομαδικά όσο και τα συλλογικά έχουν περιορισμούς φέρουσας ικανότητας και διακριτικότητας.

    Η θεοποίηση που ακολούθησε του Μαρξισμού που έφτασε και στη θεοποίηση του Στάλιν -η οποία δυστυχώς ποτέ δεν λειτούργησε ως μια αναδρομική, ως μια αυτογνωσιακή και αυτοκριτική αφετηρία για το πάθος του ανθρώπου για τη θρησκεία- είναι ενδεικτική της ανθρώπινης αδυναμίας και ανάγκης του ανθρώπινου σταδίου εξέλιξης. Αυτή την ανάγκη την υποδεικνύει πιο ειλικρινώς ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ». Το ίδιο όμως συνέβη και στα αντίπαλα στρατόπεδα όπου επίσης λειτούργησαν με βία και μαχητικότητα επιβολής.

     Ας θυμηθούμε ότι ο παράδεισος του νέο-φιλελευθερισμού ήταν μια στυγνή χούντα, η δικτατορία του Πινοσέτ στη Χιλή -και τώρα γίνεται υπό μια έννοια- ο μεγάλος του παράδεισος, η Κίνα που διαδέχθηκε τον Μάο.  Αυτές οι «ρεαλιστικές» ιστορικές συγχύσεις που γίνονται στα ιδεολογικά ρεύματα και που καταλήγουν σε εκκρεμείς συγκοινωνούσες αντιδράσεις «ρεαλιστικής πολιτικής» όπως αυτές του Συμφώνου Μονάχου και του Συμφώνου Μολότοφ Ρίμπεντροπ είναι χαρακτηριστικές στην ιστορία και γι’ αυτό απαιτούν ένα πολύ πιο υγιές σώμα αξιών, αρχών και φορέων απέναντί τους, χωρίς στρεβλωτικές παραχωρήσεις όπως αυτές που έγιναν πχ στην Κοινωνία του Εθνών ή με την ίδρυση του ΟΗΕ και με το καθεστώς που διαμορφώθηκε σε χώρους όπως η Μέση Ανατολή κλπ.
    Χρειαζόμαστε ένα σταθερό σώμα αρχών το οποίο να μπορεί να αντέχει σε αυτές τις δήθεν «ρεαλιστικές» πιέσεις ισχύος και συμφερόντων.

   Ο Σοσιαλισμός βρήκε, στον καιρό του ψυχρού πολέμου, στη Λατινική Αμερική και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις συμμάχους ξανά στη χριστιανική ή στη θρησκευτική κουλτούρα – όπως στην περίπτωση των Σαντινίστας – και πάλι βέβαια με προβλήματα γιατί δεν μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν αμιγείς αξίες αγαθού σε προβληματισμούς και στάσεις σε ρεαλιστικές συνθήκες. 
  Αντίστοιχα, επίσης αναζητήθηκε το θέμα της αυτοδιάθεσης των Εθνών από τον Βλαντιμίρ Λένιν, σε σύγκρουση με τη Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ωστόσο ιστορικά θα έλεγε κανείς ότι η Ρόζα Λούξενμπουργκ δικαιώθηκε από την πορεία της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης γύρω από τα ζητήματα της αυτοδιάθεσης των Εθνών. Ταυτόχρονα το πρόβλημα της βαρβαρότητας της αποεθνοποίησης αναδείχθηκε και από τα ζητήματα και τις συμπεριφορές του Στάλιν το οποίον τον αποκαλεί «Μεγαλορώσο Σπαζομούτρη» ο ίδιος ο Βλαντιμίρ Λένιν.

       Το χαρακτηριστικό της αντίφασης φαίνεται σε όλα τα ρεύματα και τα πρόσωπα, περιλαμβανόμενου και του Τρότσκι, με πολλά αμφισβητούμενα σημεία. Είναι ο ίδιος ο Τρότσκι στην Κρονστάν%B