Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥΣ

Η σημερινή γενικευμένη παγκόσμια κρίση αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του παρελθόντος μας. Ποιες κρίσεις στο παρελθόν μας έφεραν στο τοπίο του σήμερα; Τί έχουμε να μάθουμε από τα σφάλματα του παρελθόντος σε εποχές κρίσεων; 
       1.  Η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση είναι η πρώτη κρίση της νεωτερικότητας του οικονομικού συστήματος, είναι το πέρασμα από την φεουδαρχία και την αγροτική παραγωγή στην βιομηχανοποίηση, στην εμποροκρατία, την κεφαλαιακή συγκέντρωση και τον κεφαλαιακό κύκλο της οικονομίας.

       Σηματοδοτείται από το πρώτο «άνοιγμα» της σχολής του φιλελευθερισμού στην πολιτική, με την βιαιότητα και την θεσμική του βαρβαρότητα, μαζί με όλα αυτά που αναλύονται ως «συνέπειες της βίαιης βιομηχανοποίησης»  και της μετατόπισης του επίκεντρου της παραγωγής και του προϊόντος από τον πρωτογενή στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα.

       Είναι μια κρίση που διατήρησε την δυναμική της – προπολεμικά και μεσοπολεμικά – παρά το γεγονός ότι είχε βάθος εκατονταετίας. Είναι η κρίση του «φιλελεύθερου» και μεγάλου μετασχηματισμού που ανέλυσε ο Καρλ Πολάνι και συμπεριλαμβάνει και την Μπελ Επόκ. Αυτή η κρίση στην ουσία συνδέθηκε με τις πολιτικές εξελίξεις στις μεγάλες επαναστάσεις και την διαδικασία του συγκερασμού του κοινωνικού,  του πολιτικού και του οικονομικού μοντέλου.

      2.  Μετά από αυτή την κρίση του «μεγάλου μετασχηματισμού» – η οποία είχε σημειώσει την οξύτερή της φάση, ως συνέπεια της συσσωρευμένης βαρβαρότητας, στον μεσοπόλεμο, με τις ολοκληρωτικές πολιτικές εκτροπές και με το οικονομικό κραχ, την ύφεση και την πείνα – φτάνουμε στην επόμενη μεγάλη κρίση που είναι η κρίση του Κευνσιανισμού. Αυτή η κρίση ήταν διπλή: 
       α. η κρίση του Κευνσιανισμού και του σοσιαλισμού υπό την έννοια της κρίσης της μεταπολεμικής περιόδου και του Ψυχρού Πολέμου. Η κρίση της συνύπαρξης των οικονομικών συστημάτων, των πολιτικών διαχείρισης και του συσχετισμού τους. Μετά λοιπόν από την κρίση του Κευνσιανισμού – που ήταν μια κρίση κυρίως του Δυτικού, αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου τομέα της οικονομίας σε Βορρά και Νότο, Ανατολή και Δύση ήταν:
      β. η κρίση του υπαρκτού σοσιαλισμού με το δικό της κύκλο που έκλεισε με την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή ήταν υπό μία έννοια η τρίτη μεγάλη κρίση. Διαφορετικά, στην ουσία ήταν ο δεύτερος κύκλος μιας δυαδικής κρίσης που ξεκίνησε με τον μεγάλο μετασχηματισμό και με την γένεση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας που μετά πέρασε στο πεδίο της εφαρμογής με την κρίση του Κευνσιανισμού και την κρίση του σοσιαλισμού ως δύο όψεις διαφοροποιημένες συστημικά της ίδιας κρίσης.

       3.  Η τρίτη – υπό μια άλλη έννοια, η τέταρτη μεγάλη κρίση – είναι η κρίση του νεοφιλελεύθερουπαγκοσμιοποιημένου και πλήρως τεχνολογικοποιημένου καπιταλισμού και της σοσιαλδημοκρατικής οικουμενικής και περιφερειακής πολυμορφικότητάς του. Δηλαδή, σε αυτή την κρίση συναντάμε αφενός μεν την νεοφιλελεύθερη εκδοχή – που ξεκινάει νωρίτερα και από τον Κεϋνσιανισμό, με την αδυναμία να προοδεύσει στην Αμερική ο μετασχηματισμός της «Μεγάλης Κοινωνίας» και με τις ατέλειες του, με τις εκκρεμότητες του που υπήρχαν ακόμη και με το New Deal και από την άλλη μεριά ολοκληρώνεται μέσα από διαδικασίες που συνδέονται με το Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Νομισματική Ένωση, με τον ΠΟΕ, με την ολοκλήρωση των γύρω της GATΤ  και με όλους τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο ΟΟΣΑ. Αυτή είναι η νεοφιλελεύθερη πολιτική που έχει και δογματικές εστίες από το Σικάγο με τον Φρίντμαν στη Χιλή του Πινοσέτ, από τον Χάγιεκ στην Αγγλία με την Θάτσερ. Έχει βέβαια στοιχεία ενός καιροσκοπισμού ιδιωτικοποίησης κεφαλαιακού, μιας νεοπλασματικότητας θεσμικής στις αγορές, στις σχέσεις δημόσιου κοινωνικού και ιδιωτικού τομέα και στο εργασιακό τοπίο.

      Αυτή η κρίση λοιπόν συνδέεται με την φάση της παγκοσμιοποίησης και με την Μπελ Επόκ του νεοφιλελευθερισμού και της υπερτεχνολογίας, του υπερκαπιταλισμού, από μια άποψη, όπως τον ονομάζει και ο Ρίφκιν. 
     Όμως έχει τον μανδύα ενός διεθνούς θεσμικού περιβάλλοντος σοσιαλδημοκρατικού σε πολλές περιπτώσεις, οικουμενικά και περιφερειακά και έτσι έχει ακριβώς την πολυμορφικότητά του η οποία θα έλεγε κανείς ξεγελάει. Είναι η κρίση της παγκοσμιοποίησης. 


Η σημερινή γενικευμένη κρίση απαιτεί μια νέα ματιά
        Όλες αυτές οι κρίσεις βαίνουν συνεχιζόμενες μέχρι σήμερα, έχουν μια συνέχεια μέσα τους. Συνδέονται σήμερα με μια εν αναμονή και εν εξελίξει ταυτόχρονα μεγάλη γενικευμένη και περιβαλλοντική κρίση. Συνδέονται με μια εξαιρετική οικονομική πολυπλοκότητα, ενώ είναι μια κρίση ολοκληρωμένη, παγκοσμιοποιημένη και τοπική, και όπως είπαμε προηγουμένως γενικευμένη. 
        Τα πεδία της είναι το θεσμικό και το τεχνοκρατικό, είναι ο κρατικός, ο κοινωνικός και ο ιδιωτικός τομέας, είναι το πεδίο της ανταγωνιστικότητας και της συνεργασίας του κεφαλαιακού αναπτυξιακού παραγωγικού καταναλωτικού, πολιτισμικού και περιβαλλοντικού κύκλου. Είναι βαθιά κρίση τομεακή και αναδιαρθρωτική, είναι η κρίση ποιότητας, η κρίση μοντέλου κλίμακας, μερισμού και απόδοσης.

       Είναι μια κρίση που συνδέεται με ζητήματα ρύθμισης, αγοράς, τιμολογιακής και κοστολογικής προσέγγισης, που απαιτεί μια αναλογιστική επανεκτίμηση και αξιολόγηση συνολική του οικονομικού συστήματος. Δεν είναι κάτι λιγότερο από όλα αυτά, δεν απαιτεί κάτι λιγότερο. 
       Οι κρίσεις αυτές είναι, μπορούμε να πούμε σε γενική κατεύθυνση, κυλιόμενες, συγκυριακά λανθάνουσες, διαχεόμενες, οξυνόμενες και συγχεόμενες μεταξύ τους. Βλέπουμε πχ την σύγχυση των τοξικών να λειτουργεί ταυτόχρονα με την κρίση των κρατικών ομολόγων και του δημόσιου χρέους. Το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος συνεργούν ταυτόχρονα με τις στρεβλώσεις όλου του μοντέλου και συστήματος.

       Θα ήταν λάθος να επιδιώκουμε να προσεγγίσουμε την κρίση με απλοϊκότητα, με παραδοσιακά βασικά κριτήρια. Όσο ακαδημαϊκή και αν είναι αυτή η προσέγγιση, όσο και επώνυμη, διάσημη, έγκυρη ή αυθεντική και αν φαίνεται, θα είναι λανθασμένη. Φυσικά, ένα τέτοιο λάθος  συνοδεύεται με την ανάλογη δημοσιογραφική ανάλογη επικοινωνιακή απλοϊκότητα. Θα ήταν επίσης λάθος να προσεγγίσουμε την κρίση μόνο με την ιδιοτέλεια μιας αμεσότητας ρύθμισης εξόδου από την κρίση ή την χωριστική προσέγγισης του ζητήματος.

        Η χωριστική προσέγγιση των ζητημάτων και η ιδιοτέλεια είτε ως απληστία είτε ως βραχυχρόνια στόχευση και διακυνδυνεύουσα μεθοδολογία, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Βρισκόμαστε σε μια πολύ βαθιά διαδικασία διεργασιών όπου η οικονομία πλέον ως επιθυμία και ως υπόσχεση λειτουργεί ως Ιανός και ως Νέμεση. Είναι το βασικό πεδίο ανάδειξης και κρίσης των ανθρώπινων σχέσεων μικρής και μεγάλης κλίμακας. Συνδέεται πολύ ριζικά με την ανθρωπολογία της εργασίας των εργασιακών σχέσεων, των υπηρεσιών, της οικονομίας και του πολιτισμού.

        Η κρίση αυτή απαιτεί να την προσεγγίσουμε με όλες τις διαστάσεις που προαναφέραμε προηγουμένως, χωρίς να αφήσουμε καμία από αυτές απέξω. Αυτό πρέπει να γίνει με όρους μέσου μέτρου αλλά και ουσιαστικής, αποτελεσματικής καινοτομίας – με όρους που απαιτούν την δικαιοσύνη, στην σπανιότητα (όπως παρατηρούσε ο Αριστοτέλης) ως αναγκαστικής θεσμικής αναγκαιότητας της δικαιοσύνης και του συστήματος ανακατανομής. Η αναδιανεμητική δικαιοσύνη  είναι πολύ πιο επιτακτική καθώς παρατηρείται μια πολύπλευρη στενότητα όπως και μια αδυναμία αναδιάρθρωσης αυτής της στενότητας χωρίς καταστροφικές και βαθιά διαρθρωτικές διεργασίες.

        Η σπανιότητα και η στενότητα εμφανίζονται προς κάθε κατεύθυνση και πρέπει να επινοήσουμε μια νέα διαδικασία αντιμετώπισής της, χωρίς ταυτόχρονα να οδηγηθούμε στον κίνδυνο οποιουδήποτε – δημοσιονομικού, ιδιωτικοοικονομικού, αγοραίου, κεφαλαιακού, χρηματιστηριακού, καταναλωτικού, παραγωγικού ή αναπτυξιακού – πληθωρισμού.  Έχουμε να αντιμετωπίσουμε το σύνολο της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας και να διευθετήσουμε τον ορίζοντα του μέλλοντος μέσα από αυτή την κρίση.

Το κρισιμότερο πλανητικό ορόσημο
        Πλησιάζουμε – μέσα από μια διαρθρωτική χρονική ανελαστικότητα που εμφανίζουν οι συνθήκες αυτής της κρίσης μακροχρόνια – σε μια πολυδιάστατη έρημο ως άνθρωποι. Είναι αρχικά μια οικονομική ερήμωση η οποία όμως θα αποκαλύψει μια ψηφοδοτική, πολιτική, κοινωνική και περιβαλλοντική έρημο. 
       Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε ξανά τόσο με κοσμοθεωρητικό τρόπο όσο και πραξιακά – το ελιξίριο του εαυτού μας και του συστήματος, γι’ αυτό και το τονίζουμε ότι το παγκόσμιο εργατικό κίνημα αν θέλει να ανακάμψει πρέπει να αναγνωρίσει ότι βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση επανατοποθέτησης στο σύνολο του ιστορικού γίγνεσθαι και του μελλοντικού ορίζοντα.

       Οι προηγούμενες κρίσεις ξεπερνιόντουσαν με μονοχρονικές ή μονομορφικές και μονοδιάστατες προσεγγίσεις – όπως αυτή του Άνταμ Σμιθ, του Μαρξ ή του Κέυνς – που ήταν μια συμβιβαστική προσέγγιση και πάντα συνδυαζόταν με μια λογική συμπληρωματικής αναίρεσης ή εξισορρόπησης. Τώρα δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση με συμπληρωματικές εξισορροπήσεις, με αναιρετικές αντισταθμιστικές προσεγγίσεις. Πρέπει να προσεγγίσουμε ολιστικά, συνθετικά και υπερβατικά την όλη κρίση. Δεν είναι ζητούμενο ένας νέος Άνταμ Σμιθ, αλλά ούτε και ένας νέος Μαρξ, δεν είναι ζητούμενο ένας νέος Κέυνς μόνο. 
       Χρειαζόμαστε την γενική κοσμοθεωρητική αφετηρία – που έθεσε πχ ένας Φρανσουά Κενέ ή που θέτει υπό άλλους όρους ένας Ζαν Ζακ Ρουσσώ – αλλά απαιτούνται πολύ περισσότερα για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης μέσα από το συστημικό, πολύπλοκο και ολιστικό της χαρακτήρα, μέσα επίσης από την ανθρωπολογική, δημογραφική και τεχνολογική της διάσταση που αναδεικνύεται σαν πολλαπλασιαστικά ρυθμιστική και καταλυτική.

       Η κρίση αυτή και η εξέλιξή της πρέπει να κατανοηθεί ως το συνολικότερο και κρισιμότερο πλανητικό ορόσημο εξέλιξης της ανθρωπότητας και του ανθρώπου μέσα από την πολύ μακρά ιστορική ανάδειξη του ανθρωπολογικού παράγοντα στην οικονομία και την ιστορία.  Αυτή η οικονομική και ιστορική κρίση όπως έχουμε τονίσει απηχεί την ανθρωπολογική κρίση με πολύ μεγάλο βάθος χρόνου και εύρος φάσματος.

       Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η απάντησή μας στην κρίση πρέπει να έρθει με όρους μιας εσωτερικής νηφαλιότητας και μεστότητας βλέποντας πώς όλοι οι φορείς σε μικρή και μεγάλη κλίμακα πάσχουν απέναντι σε αυτή την κρίση από έναν επιθετικό ερεθισμό, από μια αποξένωση ή ιδιοτελή χωριστικότητα που δεν εκφράζει απόσπαση και ενάργεια αλλά μια χωριστική αναλγησία και τέλος πάσχουν από μια έλλειψη αποτελεσματικότητας στην προσέγγιση και επιλογή σκοπού, στόχων, μεθόδων, μέσων και διεργασιών που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση της.

        Η κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί και σ’ αυτά τα τρία επίπεδα εσφαλμένης απόκρισης, λάθους και συνέχισης των λαθών ή των παρεξηγήσεων στο Κάστρο της Βαβέλ.


17
 Ιουνίου 2010


Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας
Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ Σόλων
ioanniszisis@solon.org.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...