Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ (του Γιάννη Ζήση)

Ο φαύλος κύκλος του θεσμικού, ομολογιακού και κερδοσκοπικού καπιταλισμού και το αδιέξοδο του εμποροβιομηχανικού καπιταλισμού

Η κρίση συσσώρευσης κεφαλαίου, μαζί με την κρίση –λόγω ανταγωνισμού– στενότητας και εμπράγματης παιγνιοποίησης –της κερδοσκοπικής παιγνιοποίησης των αγορών και των παραγωγικών δυνάμεων– έχει, οριστικά, εισέλθει σε έναν νέο κύκλο και ορίζοντα, έναντι του παρελθόντος. Στην κρίση αυτή, τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη διαφοροποιούν σταδιακά τον ρόλο τους, ενώ ο ανθρωπολογικός παράγοντας, τα δημογραφικά, τεχνολογικά και περιβαλλοντικά μεγέθη συνιστούν έναν πρόσθετο παράγοντα που επιβάλλει αυτή τη διαφοροποίηση.

Ο φαύλος κύκλος του θεσμικού, ομολογιακού και κερδοσκοπικού καπιταλισμού και το αδιέξοδο του εμποροβιομηχανικού καπιταλισμού

Η κρίση συσσώρευσης κεφαλαίου, μαζί με την κρίση –λόγω ανταγωνισμού– στενότητας και εμπράγματης παιγνιοποίησης –της κερδοσκοπικής παιγνιοποίησης των αγορών και των παραγωγικών δυνάμεων– έχει, οριστικά, εισέλθει σε έναν νέο κύκλο και ορίζοντα, έναντι του παρελθόντος. Στην κρίση αυτή, τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη διαφοροποιούν σταδιακά τον ρόλο τους, ενώ ο ανθρωπολογικός παράγοντας, τα δημογραφικά, τεχνολογικά και περιβαλλοντικά μεγέθη συνιστούν έναν πρόσθετο παράγοντα που επιβάλλει αυτή τη διαφοροποίηση.


Η ανταγωνιστικότητα των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και των κυβερνήσεων στην οριακή παιγνιοποίηση στην αγορά κρατικών ομολόγων και στη θέσμιση του οικονομικού συστήματος

Η στενότητα του πεδίου ανταγωνιστικότητας λόγω υπερκορεσμού και εξαντλητικής εκμετάλλευσης επιτάσσει μεγαλύτερη «διαφοροποίηση ρόλου» στους γεωοικονομικούς παίκτες. Τα καπιταλιστικά κράτη διαφοροποιούν τις στρατηγικές τους, αλλά αυτό δεν δηλώνει, κατ’ ανάγκη, πως υιοθετούν άλλες αρχές και αξίες.

Η Γερμανία, για παράδειγμα, έχει επί μακρόν ειδικευτεί, κυρίαρχα, στον βιομηχανικό καπιταλισμό και, τώρα με την οικονομική κρίση, έχει αρχίσει να επενδύει στη «λογική» ενός θεσμικού καπιταλισμού στον οποίο εμφιλοχωρούν η διαφθορά και οι στρατηγικές γεωοικονομικές στρεβλώσεις των αγορών. Υπό μία έννοια, η Γερμανία αποτελεί μια «ιδανική», αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Ωστόσο, ακόμη και η Γερμανία τελεί, οριακά, υπό καθεστώς πίεσης και βιώνει τη σταδιακή υποχώρησή της από τους κοινωνικούς στόχους της ανάπτυξης και τη διάψευση των υποσχέσεων και των προσδοκιών.

Γιατί γενικεύεται η κρίση

Αποδεικνύεται, πλέον, ότι τα όρια –κοινωνικά, περιβαλλοντικά και πολιτισμικά– του υγιούς καπιταλισμού έχουν εξαντληθεί, αν υπήρξαν  τέτοια ποτέ σε βάθος. Παράλληλα, όμως, καθίσταται σαφές ότι και τα οικονομικά όρια υγείας του καπιταλισμού, σε όλη την πολυμορφικότητά του, εξαντλούνται και πως απαιτείται πλέον μια νέα αντίληψη, προκειμένου να επέλθει μια βαθιά συστημική αλλαγή και εξέλιξη ελεύθερη από κρατικούς ή ιδιωτικούς ολοκληρωτισμούς. Αυτό το ζήτημα δεν αφορά μόνο στις ηγεσίες και τη διακυβέρνηση, αλλά  είναι μια ευθύνη που φέρουν όλοι οι πολίτες. Είναι μια ευθύνη που ξεκινάει από μια νέα και βαθύτερη κατανόηση του οικονομικού πεδίου και όχι μόνο.

Την ίδια, όμως, στιγμή, το κορεσμένο στρατηγικά ανταγωνιστικό πεδίο λειτουργεί ως ένα γενικευμένο θεσμικό –και όχι μόνο– ντόμινο  στις διεθνείς σχέσεις και στην εσωτερική μετεξέλιξη των κοινωνιών και της πολιτικής. Οι συνθήκες δεν διαμορφώνονται από την ανάδειξη αρχών και αξιών, αλλά από την ανάδειξη παιγνιακών στρατηγικών επιβίωσης και κυριαρχίας. Έτσι, η κρίση, παρά τις πιθανές αναπτυξιακές τοπικές ή,και πιο διάχυτες, ανακάμψεις, θα γενικεύεται και θα βαθαίνει τραγικά. Για τους λόγους αυτούς, η οικονομία αντανακλά το συνολικό πλαίσιο της ευρύτερης και θεμελιωδέστερης κρίσης στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Σε κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις, η κρίση θα αποκαλύψει εξαιρετικά τραγικές πολυμορφικές προοπτικές.

Η παράδοση του καπιταλισμού στην κερδοσκοπική ρύθμιση και θέσμιση

Μεταπολεμικά, υπήρξε μια Κεϋνσιανή και κορπορατιστική ρύθμιση. Αυτή η κορπορατιστική ρύθμιση βρέθηκε σε κρίσιμο σταυροδρόμι μετά την αποδυνάμωση των φοιτητικών και εναλλακτικών κινημάτωνˑ και, εν τέλει, δεν υπήρξε κοινωνικός μετασχηματισμός. Η κορπορατιστική οργάνωση και συνείδηση παρέμεινε, ενώ, την ίδια ώρα, το πολιτισμικό, τεχνολογικό και καταναλωτικό πλαίσιο διασκέδασης, με κυρίαρχη την κοινωνία του θεάματος και της διαφήμισης απομάκρυνε κάθε ενδεχόμεντο ή προοδευτική προοπτική υπέρβασής της.

Ο Κεϋνσιανισμός και το τεχνολογικό μέρισμα της ανάπτυξης δημιούργησαν εκείνους τους όρους συγκέντρωσης του κεφαλαίου που αποσυνέδεσαν τα κρατικά ομόλογα και τις κρατικές επενδύσεις από τον κορπορατιστικό Κεϋνσιανισμό και τον διασύνδεσαν με τον κερδοσκοπικό κύκλο κεφαλαίου. Η μαζικοποίηση της χρηματιστηριακής επένδυσης εξαφάνισε οποιαδήποτε προοπτική κορπορατιστικής ανακύκλωσης της ανάπτυξης και τις θεσμικές αναστολές. Υπάρχει πλέον μια «κρίση κορπορατιστικής ρύθμισης της καπιταλιστικής ανάπτυξης».

Μεσολάβησε η κρίση στην πορεία αντικατάστασης του προηγούμενου ρυθμιστικού πλαισίου και του αναπτυξιακού χαρακτήρα του. Η κορπορατιστική ρύθμιση του παραγωγικού – εργασιακού κόστους έγινε ανεπίκαιρη και ο καπιταλισμός  παραδόθηκε στην κερδοσκοπική ρύθμιση και θέσμιση.  Η γενεακή και δημογραφική σύνθεση της παραγωγικής και καταναλωτικής δύναμης του οικονομικού συστήματος είναι μακράν του σημείου συγκεκριμενοποίησης μιας νέας θεσμικής ζήτησης και δεν πρόκειται να το βρει σύντομα, καθώς η κορπορατιστική, ή άλλη, χωριστικότητα και η καταναλωτική της αλλοτρίωση είναι κυρίαρχες και ανασταλτικές για έναν νέο μερισμό.

Το πολιτισμικό υπόβαθρο της κρίσης

Η νέα οικονομική γενεά, ο προσανατολισμός της και η ενσωμάτωσή της, είναι συστημικά αστόχαστη και με αμβλύτητα εναλλακτικής πρότασης. Σε αυτό το πεδίο, η κερδοσκοπική πύκνωση και οι κερδοσκοπικές συναλλαγές, που κατακτούν  ολοένα και περισσότερες χώρες –παρ’ όλες τις αποσπασματικές ρυθμίσεις– αποτελούν το μείζον στοιχείο της οικονομικής δυναμικής, με βασική την αδυναμία θεσμικής διαπίστωσης και αντιμετώπισης των καταχρηστικών χαρακτηριστικών της

Η απουσία εναλλακτικής πρότασης ήταν κάτι που ενθαρρύνθηκε με την  υιοθέτηση της μονοδιάστατης προοπτικής της «Μπελ Επόκ της παγκοσμιοποίησης», την ιστορική κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική κατάρρευση του ολοκληρωτικού υπαρκτού σοσιαλισμού, με τον πελατειακό και κορπορατικό και συστημικό εκφυλισμό του Κεϋνσιανισμού, με την ρητορική κριτική, την γενική διαφθορά της πολιτικής κοινωνίας, την άγονη ακαδημαϊκή σκέψη και άλλους δευτερεύοντες παράγοντες. Κατ’ ουσίαν, δεν έχουμε αντιληφθεί ακόμη εκείνο το πεδίο του βαθύτερου και συστημικού συγκριτικού πλεονεκτήματος που μπορεί να αναδείξει ένα νέο πεδίο θέσμισης, συστημικής ποιότητας και αναπτυξιακής συγκρότησης

Μέχρι τώρα, έχει δοθεί έμφαση σε επιμέρους συγκριτικά πλεονεκτήματα, υπό την έννοια της αγοράς και όχι υπό την έννοια του συστήματος. Με τον όρο «σύστημα», δεν εννοούμε το παρωχημένο ιστορικό πείραμα της Σοβιετικής οικονομίας. Ο στοχασμός εντός του συστήματος για το ίδιο το σύστημα ήταν ανεπιτυχής και η ενδοσυστημική πολιτική υπήρξε, μέχρι τώρα, μονοδιάστατη.

Ο πολιτισμικός, κοινωνικός και περιβαλλοντικός Κεϋνσιανισμός ή η συνεργατική και ολιστική μόχλευση της ανάπτυξης, της ποιότητας και της χρηστικής προσανατολισμού της 

Το εργατικό κίνημα εκφυλίσθηκε πολύπλευρα και δεν αναζήτησε ανιδιοτελείς σκοπούς ως πειστικές και εναλλακτικές προοπτικές. Η Ρουσσωϊκή πολιτική φιλοσοφία και εγρήγορση και η Γκραμσιανή εναλλακτικά απελευθερωτική εκπαίδευση και κουλτούρα δεν εκφράστηκαν πραγματικά στο παρελθόν.

Οι νομενκλατούρες της «διανόησης» και της ενημέρωσης – σε γενικές γραμμές και με εξαιρέσεις– δεν λειτούργησαν διαφωτιστικά, αλλά, αντίθετα, με ιδιοτέλεια και ανευθυνότητα, είτε ήταν μισθωμένη είτε όχι. Αυτό αποδείκνυε ότι πίσω από τις νομενκλατούρες της «διανόησης» και της ενημέρωσης δεν υπήρχαν ισχυρά υπαρξιακά κίνητρα και ερεθίσματα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ανθρωπολογικές ωθήσεις.
Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος των καπιταλιστικά αναπτυγμένων κρατών και η αυταπάτη της σοβιετικής λύσης λειτούργησαν ως όπιο, ως παυσίπονο, παρά τις δραματικές παρεμβατικές κρίσεις στους Τροπικούς της υπανάπτυξης και την παραπλανητική  ένταση του Ψυχρού Πολέμου. 

Και, τώρα, στεκόμαστε με μια πολυδιάστατη ανωριμότητα μπροστά σε μια πολύπλευρη και μετεξελισσόμενη κρίση.

1. Η περιβαλλοντική κρίση απαιτεί μείωση και εξορθολογισμό της ζήτησης, της κατανάλωσης και της παραγωγής ή της προσφοράς.

2. Η αποκατάσταση της υγιούς σχέσης της προσφοράς και της ζήτησης απαιτεί να τεθεί τέρμα στην πολύμορφη πρωτοκαθεδρία της προσφοράς και της συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

3. Η ανάγκη για ειρήνη απαιτεί βαθιά ρύθμιση και συνεργατικό μετασχηματισμό της οικονομικής ανταγωνιστικότητας και αγοράς.

4. Η συγκέντρωση, η κυριαρχία και η λατρεία της ισχύος, που λειτουργούν στρεβλωτικά, πρέπει να σταδιακά εκλείψουν.

5. Ταυτόχρονα, χρειάζονται αποτελεσματικές πολιτικές ολοκλήρωσης των  τοπικών αγορών και των οικονομιών.

6. Οι πολιτικές ολοκλήρωσης –και όχι ολοκληρωτισμού ή κλειστότητας– πρέπει να είναι πολιτικές ολοκλήρωσης όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο, αλλά και στο κοινωνικό, πολιτισμικό και περιβαλλοντικό.

7. Η στενότητα των μέσων –που περιορίζει την κυριαρχία και την καταχρηστικότητα των επιθυμιών και της ισχύος– δεν πρέπει να γίνεται το άλλοθι για έναν άλλο ολοκληρωτισμό, αυταρχική εξουσία και φονταμενταλισμό. 

Χρειαζόμαστε ένα άλλο πρότυπο ζωής, κοινωνίας, οικονομίας, πολιτισμού, περιβάλλοντος και εκπαίδευσης για έναν, διαφορετικό και ανιδιοτελή άνθρωπο, χωρίς αυτο-εξιδανικευτικές ναρκισσιστικές συναλλαγές, και για μια νέα ανθρωπότητα σε έναν εξελισσόμενο βιώσιμο πλανήτη. Οι αδράνειες της συνείδησης, της βιωματικής σχέσης, της κοσμοαντίληψης και της ευθύνης από όλους αποτελούν ένα θεμελιώδες πρόβλημα ως προς το να δοθεί μια ορθή απάντηση απέναντι στην κρίση και την ανάγκη.  Η αντίληψή μας είναι μαρκαρισμένη από ένα θεμελιώδες υπαρξιακό έλλειμμα στάσης και σχέσης.

Παρατηρούμε τη συστημική κρίση παράλληλα με την εξαιρετικά μαζική κρίση ατομικισμού. Είναι λάθος να μην κατανοούμε αυτή την ανθρωπολογική διάσταση της κρίσης, της ανάγκης και την αλληλένδετη δυναμική της. Αλλά το να διακρίνουμε στο βάθος και να επισημαίνουμε αυτή τη συστημική και πολιτιστική κρίση δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν πρέπει να γίνουν άμεσα ριζικές οικονομικές τομές. 

Τρεις ριζικές οικονομικές τομές

Τρεις μπορεί και πρέπει να είναι οι διαρκείς προτεραιότητες της οικονομίας:

πρώτον, να διακοπεί ο φαύλος κύκλος της στρεβλής ανάπτυξης και κατανάλωσης  που στηρίζεται στην υπερχρέωση και που τροφοδοτεί, τελικά, την ανάπτυξη του ελλείμματος και της συσσώρευσης χρέους τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, επιβαρύνοντας, έτσι, με πολιτικές λιτότητας και ανακυκλούμενης ύφεσης την οικονομία και ρημάζοντας την κοινωνικό ρόλο της∙ 

δεύτερον, να περιοριστούν θεσμικά, ακόμα και με πολιτικές τιμήματος, οι κεφαλαιακές και χρηματιστηριακές κερδοσκοπικές δυνατότητες∙ 

τρίτον, να οικοδομηθεί σταδιακά ένα νέο, δικαιότερο, ασφαλέστερο –κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά– οικονομικό μοντέλο με αφετηρία την διεύρυνση μιας βιώσιμης πολιτικής Σεισάχθειας και διάσωσης, με όρους που δεν θα ανατροφοδοτούν το στρεβλό αναπτυξιακό και καταναλωτικό μοντέλο. 

Η οικονομία πρέπει να γίνει ένα πεδίο ανάπτυξης των ορθών ανθρώπινων σχέσεων και της υπαρξιακής τους κατάφασης σε κοινωνιο-ψυχολογικό πεδίο. Πρέπει να γίνει πεδίο «θεραπείας των εθνών», της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος ή πεδίο καλής θέλησης, συνεργατικού μερισμού, διακριτικής δημιουργικής ελευθερίας και «ηθικών συναισθημάτων». Θα πρέπει να γίνει πεδίο για την ανάπτυξη της θέλησης για το κοινό καλό.

Όμως, πέρα από την πολιτικο-ιδεολογική ή την κοινωνική και θεσμικά δικαιϊκή διάσταση, πρέπει να λύνεται, σε κάθε περίπτωση, με το σπαθί της δίκαιης παρέμβασης ο Γόρδιος Δεσμός των καταρρεύσεων. Αυτός έχει δύο άκρα:

1. από τη μία, την υπερχρέωση και την ύφεση των υπερχρεωμένωνˑ

2. από την άλλη, τη χρεωκοπία των δανειστών ή κατόχων των ομολόγων μέσα στον πόθο της διάσωσης, με ενδιάμεσους ρυθμιστές το άτεγκτο, αδρανειακά και αντιφατικά, διεθνές πλαίσιο και τους άπληστους κερδοσκοπικούς παίκτες που παίζοντας στρατηγικά και συστημικά αξιοποιούν στο έπακρο τις επιλογές και τις συμπεριφορές του πανικού και τις δυνατότητες του εκβιασμού. 

Συνθήκες για λήψη τελικής απόφασης

Η παρούσα συστημική κρίση είναι σύμπτωμα μιας χρονίως εκτρεπόμενης και συχνά υποτροπιάζουσας νόσου. Πρέπει να βρούμε άλλους, νέους και υγιέστερους τρόπους θεραπείας των προβλημάτων, εξυπηρέτησης των αναγκών και διακριτικής δημιουργικής και συνεργατικής εξέλιξης.

Οι λαοί οφείλουν να ξέρουν πως, όσα μέτρα και να πάρουν οι κυβερνήσεις τους – ακόμη και στην σωστή κατεύθυνση–  σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και «εντατικής» θεραπείας, δεν θα αρκέσουν αν δεν αλλάξουν τα ευρύτερα πολιτισμικά και πολιτικά πλαίσια και πρότυπα και αν δεν τα αναζητήσουν. Σε διαφορετική περίπτωση, αυτοί οι λαοί χάνονται μέσα στην ιδιωτική και ιδιοτελή ατομικιστική ζήτηση για την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Τα «ηθικά συναισθήματα» των λαών είναι αλληλένδετα, είναι ένα σώμα με τον «Πλούτο των Εθνών» και την υγεία των οικονομικών τους, που εκπληρώνεται από την ανεύρεση της «Μέσης Οδού» και του «Απωλεσθέντος Λόγου».

Αυτός ο δρόμος της αλλαγής πρέπει να φτάσει, στη συνέχεια, σε βαθιά αλλαγή της εργασιακής κουλτούρας και του πολιτισμού της ιδιοκτησίας, ώστε να αναδειχθεί στην οικονομία η θεσμική και κοινωνική ρύθμισή της και η αγορά ως αρμονικός ενορχηστρωτικός οργανισμός που θα εξασφαλίζει την ευημερία για όλους και θα συμμετέχει στη θεραπεία των αναγκών της κοινωνίας.

Αν σε μήκος χρόνου παγιδευτούμε, από απληστία, ξανά σε χρηματοπιστωτικές και καταναλωτικές παγίδες, θα γιγαντώσουμε την στρεβλή βάση του κυρίαρχου και άδικου οικονομικού συστήματος και την ολοκληρωτική ισχύ των ισχυρών παικτών της αγοράς. Μια τέτοια έκβαση θα είναι μοιραία και ανυπολόγιστα τραγική για όλους.

 
Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας
 
10 Ιουνίου 2010
 
(solon.org.gr)