ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ, ΦΟΝΤΑΜΕΝΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗ // Α΄ ΜΕΡΟΣ: Διεθνής Κοινότητα, Μεγάλες Δυνάμεις και διεθνείς παρεμβάσεις – Η περίπτωση του Αφγανιστάν

 Πέραν από τις αναλύσεις που γίνονται συχνά για  την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων στα στρατηγικής σημασίας σημεία του πλανήτη, που συχνά  είναι στρατηγικά ορθές όσο αφορούν αυτό ειδικά το θέμα, χρειάζεται και μία άλλη ματιά που να θέσει μέσα στη στρατηγική τοποθέτηση και τον ανθρωπολογικό παράγοντα που ούτως ή άλλως, έστω και αν δεν το παραδεχόμαστε, παίζει σημαντικότατο και κεντρικότατο ρόλο στις εξελίξεις. 

 

 

                Σε τελευταία ανάλυση είναι ο παράγοντας που στηρίζει θετικά  ή αρνητικά όσα συμβαίνουν στον κόσμο, σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα. Το πρόβλημα με τη στρατηγική είναι ότι επιδρά σε ένα ήδη προκαθορισμένο πεδίο επιλογής, αυτό του ανταγωνισμού και της ισχύος. Κατόπιν τούτου όποια και να είναι η στρατηγική επιλογή, τελικά θα κινείται μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Το χειρότερο αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι ότι έτσι δεν δόθηκε ποτέ σημασία στο βάθος των πραγμάτων, όπως είναι η αληθινή ανάγκη του ανθρώπου, γιατί ευθύς εξαρχής ο στόχος ήταν αντίθετος. Οι θρησκείες ερχόντουσαν κατά καιρούς για να καλύψουν αυτό το κενό, όμως και αυτές κατά το μέρος που ήταν εκφράσεις των ανθρώπινων συλλογικών αντιλήψεων για το υπερβατικό είχαν εξαρχής τάσεις αποκλεισμού και υπεροχής και έτσι απέτυχαν κατά ένα μεγάλο μέρος στο αρχικό εγχείρημά τους, αν και όχι τελείως. Ενεπλάκησαν τελικά σε όρους στρατηγικούς και ακόμη και στρατιωτικούς.

                Το Αφγανιστάν λοιπόν είναι μία χώρα απολύτως διαφορετική από τις δυτικές δημοκρατίες. Αυτή η διαφοροποίηση δεν μπορεί όμως να αποτελεί για κανέναν δικαιολογία για κατάχρηση των δυνατοτήτων του, με την δήθεν αιτιολογία ότι οι διαφορές είναι ανυπέρβλητες και μέρος μιας περίεργης φύσης των μεν ή των δε που αποκλείει την επαφή και την επικοινωνία. Αυτό είναι μια μοιρολατρεία και ισχυρογνωμοσύνη που προσπαθεί να δικαιολογήσει βιαστικές, οικονομικά, πολιτικά ή ψυχολογικά, αποφάσεις. Ούτε οι διαφορές πρέπει να θεωρούνται σαν μια υπεροχή για μη επαφή. Αυτή τη διαφορά την επικαλούνται τόσο οι ισχυροί ρατσιστικά, υποτιμητικά για τους αδύναμους όσο και οι αδύναμοι θεωρώντας εαυτούς σαν την χωριστική πεμπτουσία του κόσμου. Η διαφορά, αντί να γίνει ένας χρήσιμος πλουραλισμός μέσα στην ποικιλία των φυλών, των πολιτισμών και των μορφών, γίνεται μία έπαρση και μία τύφλωση που δίνει σε κάποιον το δήθεν «δικαίωμα» να ασκήσει με κάθε τρόπο την υπεροχή του ως εξουσία, είτε επειδή πρέπει να την εκφράσει  δικαιωματικά είτε επειδή είναι θύμα των καταστάσεων.

                 Βέβαια μία αφελής άποψη ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, ενώ τριγύρω μας είναι εξώφθαλμες οι διαφορές, δεν θα αρκούσε για την επίλυση του προβλήματος, αν και θα ήταν απολύτως σοφή και επωφελής στην περίπτωση που η άποψη αυτή συνίστατο στην υπόθεση ότι υπάρχει θεμελιώδης ομοιότητα σε οντολογικό βάθος. Σε αυτό όμως το οντολογικό βάθος έχουμε αποτύχει και έτσι, είτε με διαφορές είτε χωρίς διαφορές, θα προσπαθούμε αέναα να ξεχωρίσουμε υπεροπτικά σκοτώνοντας τον «άλλο» στο σώμα και στην ψυχή.

                Έχουμε λοιπόν φθάσει σε ένα σημείο που οι παλιές στρατηγικές δεν επαρκούν ούτε για τη διατήρηση της (παροδικής ούτως ή άλλως) δυνάμεως ούτε για την επίλυση των σημερινών προβλημάτων, τη στιγμή που το μόνο που επιχειρείται είναι ο θάνατος της ελευθερίας και της αντίδρασης στο θάνατο αυτό και η επιβολή της ισχύος. Γιατί δεν επαρκούν οι παλιές στρατηγικές;

Γιατί: α) Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν αλλάξει, αν και όχι πάρα πολύ, ωστόσο έχουν αλλάξει τόσο ώστε να μπορούν να αυτοπροσδιορίζονται σε κάποιο βαθμό ανύπαρκτο στο παρελθόν. Η Δημοκρατία (τουλάχιστον στη Δύση) απαιτεί να τηρούνται κάποιοι κανόνες επίφασης ελευθερίας, εκτός και αν αποφασίσουν οι ισχυροί σε κάθε χώρα ή παγκόσμια να ξαναγυρίσουν στη φεουδαρχία του παρελθόντος (πράγμα μάλλον αδύνατον!), όπου ακόμη και η δουλεία εθεωρείτο σαν ένα φυσιολογικό και λογικό γεγονός.

β) Έχουν αλλάξει οι συνθήκες και μάλιστα μέσω της τεχνολογίας και της οικονομίας, που έφεραν έναν αέρα παγκοσμιότητας (άσχετα από τις επιχειρούμενες στρεβλώσεις που μάλιστα για χάρη τους επιχειρήθηκε η αμφιλεγόμενη παγκοσμιοποίηση!). Όμως η ιστορία έχει μια δική της δυναμική και δεν είναι οπωσδήποτε έρμαιο στη βούληση των όποιων ισχυρών.

γ) Υπάρχει το παγκόσμιο περιβαλλοντικό πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής με όλες τις άλλες συνέπειές του σε όλο το φάσμα της περιβαλλοντικής κατάστασης.

δ) Και τελικά υπάρχει και η διασπορά των όπλων μαζικής καταστροφής (ατομικών, συμβατικών που δεν είναι σαν τα συμβατικά που ξέραμε μέχρι τον β΄παγκόσμιο πόλεμο, βιοχημικών, άλλων που ίσως υπάρχουν χωρίς να τα ξέρουμε  και άλλων που θα ανακαλυφθούν στο μέλλον) και που μπορεί να καταστήσουν μία «νίκη» κάτι χειρότερο από «πύρρειο» νίκη, δηλαδή χωρίς κανένα όφελος για το νικητή.
                  Σε αυτή την νέα κατάσταση, κατά την άποψή μας, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αυτές οι στρατηγικές, όχι με την έννοια ότι αν θέλει κάποιος δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο, αλλά με την έννοια ότι η εφαρμογή τους δεν θα αποφέρει, τουλάχιστον όχι για πολύ, τα αναμενόμενα πολυπόθητα και αιωνίως ανόητα αποτελέσματα.

                  Μία από τις χώρες που αποτελούν σήμερα επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ισχυρών (και όχι μόνον των ΗΠΑ) είναι το Αφγανιστάν. Αυτή η χώρα παρουσιάζει δύο γενικά χαρακτηριστικά:

α) Οι πολιτισμικές διαφορές της από τη Δύση είναι τρομερά έντονες και δυσβάσταχτες για τον δυτικό άνθρωπο, αν αναλογισθεί κανείς την κουλτούρα του αλλά και τα κινήματα και τις εξεγέρσεις που έχουν γίνει στη Δύση τόσο για τα δικαιώματα και την ισότητα των ανθρώπων όσο και για την απελευθέρωση ειδικά των γυναικών σε όλους τους τομείς. Βέβαια η θέση των γυναικών είναι παράλληλη και ανάλογη με τη γενική θέση του ανθρώπου, γιατί είναι και οι πρώτες που πλήττονται από την έλλειψη ελευθερίας, επειδή το πρώτο πράγμα που σκέπτεται κανείς να περιορίσει είναι αυτό που άπτεται του πιο κρίσιμου ψυχολογικά τομέα της ζωής του, της σχέσης των δύο φύλων.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι διαφημίσεις παγκόσμια, ενώ αφορούν την οικονομία, ωστόσο περιέχουν σεξουαλικά υπονοούμενα και η δημοκρατικότητά τους εξαντλείται σε ένα αμοιβαίο παιχνίδι συναίνεσης σε ρόλους ανισότητας με όρους διασκεδαστικής γοητείας. Ωστόσο το Αφγανιστάν τελικά είναι μία χώρα φορέας φονταμενταλισμού με το ρίσκο της εξάπλωσής του σε άλλες χώρες.

β) Είναι μία χώρα στρατηγικής σημασίας τόσο λόγω θέσης στη γεωγραφία φίλων και εχθρών και στη γεωγραφία των πολιτισμών όσο και λόγω ορυκτού πλούτου (φυσικού αερίου).

γ) Συνορεύει με το Πακιστάν του οποίου ο φονταμενταλισμός συμπράττει με τον αφγανικό, πράγμα που είναι εξαιρετικά επικίνδυνο επειδή το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικά όπλα και αν περιέλθει η διακυβέρνηση της χώρας στα χέρια των φονταμενταλιστών, τότε η σύγκρουση με τη δύση θα είναι μάλλον αναπόφευκτη και μάλιστα όχι για το καλύτερο. Σήμερα το Πακιστάν έχει αναδυθεί σχεδόν οριστικά ως μία φονταμενταλιστική κοινωνία, του οποίου η κυβέρνηση σε καμμία περίπτωση δεν ελέγχει τον φονταμενταλισμό της κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις αυτές μπορεί μεν να είναι φιλοδυτικές, όμως ερωτάται: κυβερνήσεις που στηρίζονται σε ξένες  επιρροές και με τόσο έντονα στοιχεία διαφθοράς, για πόσο μπορούν να παίξουν τον αρνητικό ή θετικό ρόλο τους μέσα σε μία σχεδόν απολύτως εχθρική κοινωνία;

δ) Η προσέγγιση της Δύσης στο Αφγανιστάν έχει γίνει με τα όπλα, έστω και με την αιτιολογία ή την δικαιολογία του καθεστώτος των Ταλιμπάν. Αλλά και η Ρωσσία είχε προσεγγίσει τη χώρα αυτή με τα όπλα. Τελικά το Αφγανιστάν είναι μία χώρα που ζει συνέχεια στον πόλεμο (εδώ και δεκαετίες) και αυτό δεν μπορεί παρά να έχει επηρεάσει βαθιά αυτό τον λαό τόσο στη στάση του απέναντι στους ξένους όσο και στην νοοτροπία του. Η συνεχής κατάσταση ανάγκης ανασύρει συχνά από τη συνείδηση την υπερηφάνεια και τη σκληρότητα που είναι απαραίτητη για την επιβίωση ή επιδεινώνει την ήδη υπάρχουσα. Απέναντι λοιπόν σε αυτή την σκληρότητα και υπερηφάνεια έχουμε να αντιτάξουμε δύο πράγματα: ή την υποταγή σε μια άλλη σκληρότητα έστω με καλύτερους όρους, πράγμα που όμως θα προσκρούσει στην υπερηφάνεια και στις δεδομένες ισορροπίες δυνάμεων στην κοινωνία, ή κάτι καλύτερο από όλα αυτά, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με όρους φυσικά και σχετικής οικονομικής επάρκειας, γιατί τα λόγια και οι εξαγγελίες πρέπει να αποδεικνύονται έμπρακτα, αν επιδιώκουμε μία αληθινή σταθερότητα.

               Επιπλέον ακόμη και η προσέγγιση στο Πακιστάν έχει γίνει από μία άποψη με τα όπλα και αυτό δεν μπορεί να δημιουργήσει μία εποικοδομητική προσέγγιση των «διαφορετικών» πολιτισμών. Μπορεί η σύγκρουση των πολιτισμών να επιδιώχθηκε με έπαρση και αίσθηση υπεροχής, όμως τα αποτελέσματα δεν είναι σίγουρα και οπωσδήποτε αντί για τη σύγκρουση θα έπρεπε να είχε επιδιωχθεί η σταδιακή και σχετικά ομαλή μεταρρύθμιση. Αυτή όμως δεν μπορεί να συμπορευτεί με τα συμφέροντα, γιατί αυτά απαιτούν τελική υποταγή. Αλλά και στη Ρωσσία η κατάρρευση του συστήματος έγινε αιφνίδια προς ανακούφιση της δύσης, που νόμισε ότι κέρδισε τα πάντα, όμως τελικά η αναρχία, η αίσθηση της ακυβερνησίας, της αυταπάτης που ξεφούσκωσε σύντομα γιατί ο καπιταλισμός δεν έλυσε τα προβλήματα, καθώς και της αίσθησης μιας εθνικής ήττας είχαν σαν αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την προϋπάρχουσα έλλειψη δημοκρατικών θεσμών, την αναζωπύρωση ενός εθνικισμού που ενδεχομένως στο μέλλον να είναι επιθετικός. Οι ρεαλιστές μπορούν να χαίρονται ότι η θεωρία τους επιβεβαιώνεται, όμως αυτό μοιάζει με το αστείο εκείνο που αυτός που αντικαθιστούσε τα σπασμένα τζάμια των σπιτιών έσπαγε ο ίδιος τα τζάμια τους, για να πηγαίνει μετά να τα φτιάχνει και έτσι να έχει δουλειά! Εδώ όμως δεν πρόκειται για τζάμια, αλλά για ολόκληρες κοινωνίες, για όπλα μαζικής καταστροφής, για μεγάλα συμφέροντα από όλες τις πλευρές και για ένα τέλος που δεν μπορεί να είναι επωφελές για κανέναν.

ε) Το χειρότερο είναι ότι η ίδια η δύση στο Αφγανιστάν, αντί να διευκολύνει την απελευθέρωση της κοινωνίας αυτής από τον αναχρονισμό, επιχείρησε την περαιτέρω σύνδεσή της με την οργανωμένη θρησκευτικότητα, για να μπορεί να ελεγχθεί τόσο η ελευθερία, που δεν είναι και τόσο ελέγξιμη στρατηγικά, όσο  και η σοβιετική επιβαλλόμενη εκκοσμίσκευση, που θα ενίσχυε τη σοβιετική επιρροή αν πετύχαινε. Το παιχνίδι των αντιθέσεων όμως δεν είναι πάντοτε επιτυχές, αλλά είναι το πιο εύκολο και πιο πρόχειρο. Το ίδιο συνέβη και στην Αίγυπτο. Όμως σήμερα ποιος θα διορθώσει αυτά τα γεγονότα; Πέραν αυτού στη θέση της ΕΣΣΔ έχει αναδυθεί η Ρωσσία, όχι μια κομμουνιστική χώρα, αλλά μία καπιταλιστική χώρα αντίπαλος εν δυνάμει της δύσης που εμφανίζει στοιχεία εξουσιαστικού φονταμενταλισμού. Τελικά αναδύεται το απλό ερώτημα: Είναι ο εχθρός του εχθρού μου φίλος μου;

             Επίσης η υπανάπτυξη μιας κοινωνίας διευκολύνει την άσκηση εξουσίας, όμως η εξουσία μπορεί να ασκηθεί από οποιονδήποτε. Για παράδειγμα στη Γερμανία ορισμένοι παράγοντες προσκείμενοι στη βασιλεία προτιμούσαν να βρίσκεται ο λαός σε οικονομική ανάγκη, για να αναγκαστεί στο τέλος να ζητήσει την επιστροφή της βασιλείας (του Κάιζερ) ως συμβόλου σταθερότητας και ενότητας. Αλλά αντί για τον βασιλιά ήλθε στην εξουσία ο Χίτλερ. Ετεροχρονισμένες και ανεπίκαιρες επιθυμίες συνήθως οδηγούν σε μεγάλη κρίση. Εκτός από αυτά, η υπανάπτυξη διευκολύνει και τις μικρότερες εγχώριες εξουσίες παντός είδους που συνολικά αποδομούν το κύρος οποιασδήποτε παρέμβασης και επομένως δεν μπορούν να υπηρετήσουν μέσα στην τυχαιότητα της σύμπραξής τους για πολύ καιρό οποιονδήποτε στόχο.

Για να μπορέσει κανείς λοιπόν να προσεγγίσει μία σύγχρονη και εποικοδομητική στάση με σκοπό την επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων, θα πρέπει αρχικά:
α) Να ξεκαθαρίσει τα δικά του κίνητρα και τις δικές του δυνατότητες, χωρίς βέβαια να αποδέχεται κανείς μία παράδοση δυνάμεως άνευ όρων και αποδυνάμωση. Αυτό βέβαια το επικαλούνται όλες οι δυνάμεις, αλλά απομένει στον πολίτη να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, δηλαδή ποιος είναι πραγματικά ο σκοπός. Το κίνητρο λοιπόν είναι το κέρδος ή μία ειλικρινής βοήθεια που δεν θάναι κατ’ ανάγκην μόνον οικονομική; Αν βέβαια η ωφέλεια είναι παγκόσμια, αλλάζουν τα πράγματα και παύει να υπάρχει κέρδος.

β) Να εξετάσει κατά πόσον το οικονομικό και πολιτικό δυτικό σύστημα είναι συμβατό με τη χώρα. Διαφορετικές χώρες δεν μπορεί παρά να έχουν σε κάποιο βαθμό διαφορετικά συστήματα, αν και υπό τον όρο του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων που ορίζει ο ΟΗΕ, γιατί τα ατομικά δικαιώματα δεν μπορούν σε καμμία περίπτωση να γίνουν παρανάλωμα μίας δήθεν «ιδιαιτερότητας». Η, παροδική εξάλλου, ιδιαιτερότητα (θετική ή αρνητική) δεν μπορεί να θεωρηθεί αξία υπέρτερη όλων των άλλων αξιών και, πολύ περισσότερο, μία απαξιωτική για τα ατομικά δικαιώματα «ιδιαιτερότητα» δεν μπορεί να γίνει σεβαστή ούτε καν ως ιδιαιτερότητα ή ως δικαίωμα ιδιαιτερότητας. Η χωριστικότητα δεν μπορεί να θεωρείται ιδιαιτερότητα και δεν αποτελεί πεδίο δικαιώματος όπως επίσης και η επικοινωνία ή η επαφή δεν είναι επιτρεπτό να εξελίσσεται σε κυριαρχία.

               Όμως το θέμα της ιδιαιτερότητας χρειάζεται μία εκτενέστερη ανάλυση, επειδή συνδέεται, αν και με λανθασμένο τρόπο, με το ζήτημα της ατομικότητας και επομένως της ελευθερίας. Αλλά το θέμα της ελευθερίας με τη σειρά του είναι τόσο σοβαρό που δεν μπορεί να στηριχθεί μόνον στην ατομικότητα, επειδή έτσι μπορεί να καταλήξει σε χάος, πρέπει αντιθέτως να ληφθεί υπόψη και η ολότητα χωρίς συλλογικές διαμεσολαβήσεις ή ιδιωματικούς κοινοτισμούς. Αλλά αυτό πρέπει να αποτελεί μέρος άλλης ανάπτυξης.

γ) Να διαθέτει ιστορική αυτογνωσίαόχι μόνον για να μην ασκεί την υπεροψία ως πολιτική, αλλά και για να κατανοεί τα εμπόδια που υπάρχουν στην πορεία της πολιτισμικής εξέλιξης παίρνοντας για παράδειγμα την δική του ιστορία. Οι μυστικές υπηρεσίες των χωρών κάνουν μεν μια παρόμοια έρευνα, αλλά για λάθος λόγους και κυρίως για να ανακαλύψουν τα τρωτά των αντιπάλων (που πάντα υπάρχουν τέτοια, με κυρίαρχο τη διαφθορά) και να τους χτυπήσουν μέσω αυτών.

δ) Να διαθέτει συγκεκριμένη πρόταση, ενώ μέχρι τώρα υπάρχουν μόνον καταγγελίες για αρνητικότητες που άλλοτε είναι προφανείς και άλλοτε είναι άγνωστες ή κατασκευασμένες. Επικαλούνται μία μεγάλη ιδέα όπως τη δημοκρατία ή ακόμη περισσότερο την ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζουν στρατηγικά συμφέροντα που καμμία σχέση δεν έχουν με τις ιδέες αυτές ή άλλες. Και μάλιστα μία πρόταση θα έπρεπε να έχει δύο άξονες κυρίως: τον οικονομικό και τον πολιτισμικό.                         

 

          Στον πολιτισμικό ιδιαίτερα άξονα τα πράγματα είναι ακόμη δυσκολότερα, επειδή μπορούν να εξελιχθούν σε πολιτισμική υπεροψία, που η Δύση διαθέτει άφθονη, χωρίς να εξαιρούνται καθόλου βέβαια οι άλλοι λαοί. Γενικά αυτή η υπεροψία είναι ενδημική στο ανθρώπινο είδος και είναι πρόξενος πολλών δεινών. Ο κάθε λαός διαθέτει την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά του, καθώς και στοιχεία πολιτισμού άξια προσοχής και δεν είναι ορθολογική στρατηγική επιλογή η αγνόηση αυτού του παράγοντα και η προσβολή αυτής της αξιοπρέπειας. Και να θυμίζουμε τον αρχαίο φιλόσοφο Ανάχαρσι που ήταν Σκύθης και, όταν κάποιος Αθηναίος του είπε ότι έπρεπε να ντρέπεται για την πατρίδα του (τη Σκυθία), αυτός του απάντησε ότι αυτός (ο Αθηναίος) ήταν ντροπή για τη δική του πατρίδα (την Αθήνα)!. Μία τέτοια απάντηση είναι πάντα απολύτως επίκαιρη. Το δε uber alles δεν είναι μόνο στρατηγικό πεδίο ανταγωνισμού ισχύος και συμφερόντων αλλά κυρίως παρορμάται από ψυχολογικές και πολιτισμικές νοοτροπίες. Εξάλλου έτσι πέρασε από τον Φίχτε στο πρώτο Ράϊχ η ιστορική εξέλιξη.

            Να σημειώσουμε ότι η υπεροψία και η επιβολή (όταν είναι δυνατή) αποφέρουν ορισμένα οφέλη για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ η συνείδηση και η επιδίωξη της ειρήνης αποφέρει μόνιμα. Εκτός και αν κάποιος θεωρεί ότι αυτά είναι «θηλυπρεπή» ή «γεροντικά» χαρακτηριστικά και στο βωμό μιας κακώς εννοούμενης «αρρενωπότητας» θυσιάσει αυτά για τα οποία υποτίθεται ότι παλεύει. Αυτό σημαίνει ότι η αντίληψη της εθνικής ιδιαιτερότητας καταλήγει σε άσκηση υπεροχής και σύγκρουσης, ως να μην μπορεί η ιδιαιτερότητα αυτή με τα θετικά της χαρακτηριστικά να συνυπάρξει με τις ιδιαιτερότητες των άλλων, σαν να αποκλείεται από την ύπαρξη αυτών. Αυτό όμως (ερχόμενο σε αντίθεση με ό,τι λέγεται) αποτελεί στην πραγματικότητα άρνηση τελικά της ιδιαιτερότητας αυτής ως φύσης και έμμεση αποδοχή ότι αυτή είναι τέχνημα γεννημένο από τις συνθήκες και σε απόλυτη εξάρτηση από το αν ο άλλος υπάρχει ή όχι και άρα φύσει και θέσει αδύναμη.

              Γι’ αυτό λοιπόν και το βασικό δόγμα της οικονομίας ήταν (πάντοτε) ο ανταγωνισμός -και να μην απορούμε γι’ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και στον τομέα των διεθνών σχέσεων όπου το κυρίαρχο δόγμα είναι ο ρεαλισμός της ισχύος -με τσαλακωμένη όμως την ισχύ όλων στην πορεία της ιστορίας και με παραμελημένα και εξαφανισμένα μέσα στον ορυμαγδό των συγκρούσεων όλα αυτά τα θετικά και αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά που οι λαοί διαθέτουν.

              Με όλους τους παραπάνω προβληματισμούς υπόψη μας και με τη de facto προσέγγιση της κατάστασης του Αφγανιστάν θεωρούμε ως αναγκαία την επαναδιαπραγμάτευση των στόχων της διεθνούς δύναμης, ώστε αυτή να μην αποτελεί ένα εργαλείο οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων, να μην αποτελεί πολιτισμική αποικιακή δύναμη, αλλά παρ’ όλα αυτά να εργασθεί σε βάθος στην κατεύθυνση των ακόλουθων στόχων:

α) Υποστήριξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που είναι και το επίκεντρο του προβλήματος του φονταμενταλισμού.

β) Για την μετεξέλιξη της οικονομικής παραγωγής και την αποσύνδεσή της από την παραγωγή και το εμπόριο των ναρκωτικών. Φυσικά πρέπει να υπάρξει μία εναρμόνιση της οικονομίας με τον κάθε συγκεκριμένο λαό και όχι μία οικονομία κατ’ εικόνα και ομοίωση του δυτικού «θεού» ούτε εκμετάλλευση, για να μπορέσει να δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης που πάνω του να στηριχθεί η αλλαγή. Χωρίς αυτό το κλίμα εμπιστοσύνης θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για σύγκρουση. Ήδη τα αποτελέσματα αυτής της αρχόμενης μέσω της τρομοκρατίας σύγκρουσης φαίνονται στην συρρίκνωση των ελευθεριών της δυτικής κοινωνίας και της δημοκρατίας. Στο τέλος τι θα απομείνει άραγε; Ίσως η δημοκρατία ως ανάμνηση που θα στηρίξει νέους εθνικισμούς σε νέες περιπέτειες από αυτές που η δύση είχε άφθονες στο παρελθόν.

γ) Για βαθύ πολιτειακό εκδημοκρατισμό που σημαίνει ισχυρή έκφραση και των αντίθετων ομάδων. Μάλιστα ένας τέτοιος εκδημοκρατισμός θα πρέπει να συμπέσει και με ταυτόχρονο βαθύ και οριστικό εκδημοκρατισμό της ίδιας της δύσης και επειδή τον έχει ανάγκη σε αυτή την εποχή της έντονης κρίσης και ανάδυσης νέων αναγκαστικών επιλογών (που έχουν το δικό τους ρίσκο) και επειδή το ταυτόχρονο του εγχειρήματος θα κάνει πιστευτή και την αλήθεια του κινήτρου για το εγχείρημα στην ξένη αυτή χώρα.

δ) Για την καταπολέμηση της διαφθοράς, πράγμα που είναι πολύ σημαντικό, επειδή στην αρχή της οικοδόμησης νέων πολιτισμικών και ιδεολογικών θεσμών πάντοτε υπάρχει η εκτεταμένη διαφθορά ως δύναμη αυτοκαταστροφής της ίδιας της αλλαγής που μπορεί μεν να εξυπηρετεί τους «κατακτητές», αλλά δεν εξυπηρετεί καθόλου μία επωφελή για όλους αλλαγή.

ε) Για την αποδόμηση των θυλάκων ενός αναχρονιστικού, ριζοσπαστικού φονταμενταλισμού, όπως επίσης και για τον στόχο της εξάλειψης των ασύμμετρων απειλών και συγκεκριμένα της τρομοκρατίας. 

              Η πειστικότητα του εγχειρήματος της διεθνούς κοινότητας και η βιωσιμότητά του θα εξαρτηθεί απόλυτα από τη σύμμετρη ικανοποίηση όλων αυτών των στόχων, με τους βασικούς όρους της αποσύνδεσης της παρέμβασης αυτής από οικονομικά, στρατηγικά και άλλα συμφέροντα.

             Σίγουρα θα πρέπει να υπάρξει επαρκής διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια, η διακυβέρνηση της χώρας πρέπει να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το φαινόμενο της διαφθοράς και η δομή του οικονομικού συστήματος πρέπει να περιλαμβάνει ισχυρό μερισμό και κοινωνική διάχυση της ευημερίας και των προοπτικών της ανάπτυξης με όρους σεβασμού απέναντι στους οικονομικά και κοινωνικά αδύναμους, απέναντι στην κουλτούρα με την έννοια της βιωσιμότητας και απέναντι επίσης στο περιβάλλον. Πιστεύουμε πως χρειάζεται μια νέα διεθνής διάσκεψη για το Αφγανιστάν που να αξιολογήσει με ειλικρίνεια τα αποτελέσματα όχι μόνον στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά απέναντι και στα προβλήματα διαφθοράς της κατ’ ουσίαν εξαρτημένης από τη δύση κυβέρνησης, όπως επίσης και απέναντι στο ρόλο, τα μέσα, τους τρόπους και τους στόχους της διεθνούς δύναμης.

25 Μαΐου 2009

Ιωάννα Μουτσοπούλου, Δικηγόρος
Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ ΣΟΛΩΝ
ioanzisi@otenet.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...