ΠΕΡΙ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (του Γιάννη Ζήση)

«Η ιστορία των προσπαθειών του ανθρώπου να καθυποτάξει τη φύση είναι η ιστορία της καθυπόταξης του ανθρώπου από τον άνθρωπο».
MHorkheimer 
(διασκευάζοντας τον ΄Ενγκελς που είχε μιλήσει για τη βία στις σχέσεις)

Αυτό το κεφάλαιο εστιάζει την προσοχή στο ευρύτερο όλο, την πράσινη οικονομία και τις συνθήκες που την καθορίζουν, καθώς μέσα στην πράσινη οικονομία αναπτύσσεται και αναδύεται η πράσινη επιχειρηματικότητα.

ΓΕΝΙΚΑ
Η προστασία του περιβάλλοντος στοχεύει πρωταρχικά στην υγεία και την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων, όπως και στην προστασία της φύσης στο μήκος ζωής όλων των γενεών. Η προσοχή είναι στραμμένη στο μέλλον με βάση την αρχή της αειφορίας-βιωσιμότητας, μέσα από τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στο παρόν ώστε ο σύγχρονος κόσμος να είναι βιώσιμος. 
Η προστασία των θεμελιωδών αγαθών και της ποιότητάς τους έχει άμεση σχέση με τους σκοπούς και τις διαδικασίες της οικονομικής δραστηριότητας. ΄Ολο και περισσότερο το παρόν και το μέλλον θα χαρακτηρίζονται ως βιώσιμα ανάλογα με τον βαθμό συγχώνευσης της περιβαλλοντικής προστασίας με την οικονομική δραστηριότητα. Η πιο θετική εκδοχή για αυτή την ποιότητα των οικονομικών δράσεων βρίσκεται στην ανάδειξη της ποιότητας και της προστασίας του περιβάλλοντος ως:

α)Συγκριτικού πλεονεκτήματος για την οικονομική και την κοινωνική ανάπτυξη. 
β)Παράγοντα άρσης των περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων.

Η πράσινη επιχειρηματικότητα μαζί με το θεσμικό πλαίσιο της προστασίας του περιβάλλοντος αποτελεί την αιχμή του δόρατος για την επίτευξη αυτών των στόχων. Υποστηρίζεται μεν από τις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές κινήτρων, μόχλευσης ευκαιριών και χρηματοδοτήσεων, αλλά αναδύεται μέσα από την αγορά, από τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνική ζήτηση.

Τα χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης 

1)
Βαθμιαία τα περιβαλλοντικά αγαθά γίνονται οικονομικά αγαθά και αποτελούν πεδίο δράσης των επιχειρήσεων. 
2)Το περιβάλλον δεν θεωρείται πια για την οικονομία ως άπειρος και ανεξάντλητος πόρος, ως διαρκώς ανανεώσιμος και αυτοαειφορικός συντελεστής παραγωγής. 
3)Βιώνουμε πια μαζί με την οικονομική στενότητα και την περιβαλλοντική.
4)Στο παραγωγικό κόστος προστίθεται και το περιβαλλοντικό κόστος, καθώς αρχίζει να αποτιμάται το κόστος όχι μόνον με τις επιταγές των νόμων, αλλά και ως αμιγώς οικονομικό κόστος, άμεσα ή έμμεσα υπολογίσιμο.
5)Η περιβαλλοντική παράμετρος υπολογίζεται τόσο σαν ευκαιρία μείωσης του παραγωγικού κόστους, όσο και σαν θετική αξία τελικού προϊόντος.
6)Η αγορά και η παραγωγική μεθοδολογία προοδεύουν.
7)Η εναλλακτική (μη συμβατική) θεώρηση της παραγωγικότητας, της χρησιμότητας και της ικανοποίησης των καταναλωτών είναι προ των πυλών. Η οικονομία ηθελημένα ή αθέλητα παρακολουθεί τις ανάγκες και την ποιοτική μετατόπιση της ζήτησης στις αναπτυγμένες οικονομίες.
8)Το κόστος της αειφορίας συνυφαίνεται με το κέρδος μέσα από την συνάρτηση της κοινωνικής ευημερίας με την κατανομή του προϊόντος.
9)Μέσα από τις ευκαιρίες της αγοράς επανεγγράφονται με νέους όρους παραδοσιακές μορφές επιχειρηματικών δράσεων. Η πράσινη επιχειρηματικότητα ανταποκρίνεται έτσι στα αιτήματα για ανάπτυξη με τοπικό χρώμα.
10)Η επιχειρηματικότητα αυτή προσαρμόζεται σ’ όλες τις κλίμακες και τις διαβαθμίσεις της σύγχρονης οικονομίας. Στον τομέα του περιβάλλοντος μπορούν και δραστηριοποιούνται και μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις. Αυτές αποτελούν τον τομέα της πράσινης βιομηχανίας και της πράσινης παροχής υπηρεσιών. Παράλληλα όμως οι αναλογίες του «μικρού που είναι όμορφο» βρίσκουν εδώ την κύρια έκφρασή τους, μέσα στην μικρή κλίμακα της πράσινης επιχειρηματικότητας. Η μικρή κλίμακα είναι αυτή που αναδεικνύει την τοπικότητα, την παραδοσιακότητα και την ηπιότητα με όρους ποιότητας και προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
11)Οι δύο βασικοί κλάδοι της πράσινης επιχειρηματικότητας, πέρα από τα μεγέθη της, εκπληρώνουν την ανάγκη της συνέχειας και την ανάγκη του καινούργιου αντίστοιχα. ΄Ετσι η περιβαλλοντική προσαρμογή των συμβατικών παραγωγικών δράσεων και μεθόδων συνδέεται με τη συνέχεια, τη σταδιακή εξέλιξη και τη μετάβαση, ενώ οι αμιγώς πράσινες οικονομικές δράσεις αποτελούν τον πυρήνα του νέου κόσμου της οικονομίας.
12)Η πράσινη επιχειρηματικότητα δεν ικανοποιεί μόνον μία προσαρμογή της οικονομίας στις νέες ανάγκες, αλλά έρχεται να γεφυρώσει και το χάσμα μεταξύ οικονομίας και πολιτισμού, στοχεύει στην κάλυψη του πολιτιστικού ελλείμματος της αγοράς. Αντιπροσωπεύει άλλες αξίες, αξίες ενός λιγότερο υλιστικού πολιτισμού, με περισσότερο εθελοντισμό και δημιουργική έκφραση χωρίς υπερκαταναλωτισμό. Αυτή η αλλαγή μακροχρόνια διαμορφώνει και για την ίδια την οικονομία μια υγιέστερη κατανομή των παραγωγικών συντελεστών.

Δυνατότητες της πράσινης οικονομίας
 
       Η εποχή μας αποτελεί το αρχικό στάδιο για την Νέα Επιχειρηματικότητα και έχει την ευθύνη και το προνόμιο να χειριστεί τις εξελίξεις εξ αρχής. Η υπόθεση του περιβάλλοντος μπορεί να οδηγήσει σε ενίσχυση της υγιούς ανταγωνιστικότητας και παράλληλα να κάνει πιο συνεργατικές τις αγορές. Να οδηγήσει δηλαδή σε ανάκτηση της Λογικής και του Σκοπού μέσα στην Οικονομία. Η ποιότητα και το περιβάλλον έρχονται να καλύψουν αυτό που ο L.Mumford είχε ονομάσει ως έλλειμμα σκοπών μέσα σε μια υπερεπάρκεια μέσων μιλώντας για την Οικονομία.

      Όλα αυτά βέβαια ισχύουν με μία προϋπόθεση: τη Γνώση. Η γνώση αποτελεί το χωριό και τον θώκο της καινοτομίας. Η καινοτομία βρίσκει προνομιακό πεδίο στο πεδίο της αειφόρου ανάπτυξης.
        Η αειφορική ανάπτυξη είναι το προνομιακό πεδίο αξιοποίησης των ανθρώπινων πόρων και απόδοσης του ανθρώπινου κεφαλαίου, που αποτελεί συντελεστή συνολικής μόχλευσης των οικονομικών εξελίξεων.
        Συμφωνούμε λοιπόν με όποιον ισχυρίζεται ότι «η άγνοια είναι η μεγαλύτερη ρύπανση», απέναντι στις δυνατότητες, τις ευκαιρίες, τους κινδύνους, τα προβλήματα κτλ. Είναι φανερό ότι σαν κοινωνία πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το μόνο ντάμπινγκ, τη μόνη επιδότηση που δεν μπορεί να απαγορευτεί: την γνώση και την πληροφόρηση.
        Αυτό το εγχείρημα κυριαρχεί ως στόχος σ’ αυτό το εγχειρίδιο. Ενδιαφερθήκαμε να διαμορφώνουμε μια οικονομία κλίμακας, σκέψεων, ιδεών και γνώσης για την πράσινη επιχειρηματικότητα. Η ανάγκη για κάλυψη της απουσίας ενός cluster, δηλαδή μιας συγκεντρωμένης κρίσιμης ποσότητας και ποιότητας πληροφορίας, κυριάρχησε σ’ όλη τη διαδικασία συλλογής υλικού και συγγραφής. Αυτό έθεσε σε δεύτερη μοίρα το άλλο μεγάλο πρόβλημα, την ανάγκη της διερμηνείας προς χάρη του κατά το δυνατόν ευρύτερου κοινού, καθώς ελάχιστοι είναι για την ώρα οι εξοικειωμένοι με ένα μέρος της ορολογίας, όπως και με το εγχείρημα του παντρέματος των αθώων περιβαλλοντικών θεωρήσεων με τον χώρο της οικονομίας. Δεν θα μπορούσε να είναι κι’ αλλιώς, επειδή η μεν οικονομική δραστηριότητα υποτιμούσε την αξία του περιβάλλοντος και της φύσης, ενώ η οικολογική θεωρούσε το πάντρεμα αυτό μια περίπου «βρώμικη δουλειά».

        Μπαίνουν πια ζητήματα όπως το πώς θα αναδείξουμε τις πράσινες πολιτικές ως νόμιμο ντάμπινγκ (επιδότηση) στην αγορά. Η θεσμοθέτηση των περιοχών natura μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως ένα οικολογικό ντάμπινγκ, ως ενισχυμένη παρουσία της πράσινης παραγωγής και των προϊόντων στην αγορά, ως οικολογική ανάκτηση υγιούς ανταγωνισμού με τη συνεκτίμηση του περιβαλλοντικού κόστους και την αύξηση της ζήτησης ποιότητας.

        Έρχεται λοιπόν η εποχή της οικονομικής εξωστρέφειας με όρους ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής ζήτησης για την υπόθεση του περιβάλλοντος και της ποιότητας. Για να μη δυσφημήσουμε όμως αυτό το κοινωνικό στοίχημα, πρέπει από την αρχή να αποφύγουμε ταυτόχρονα τόσο τις περιβαλλοντικές όσο και τις οικονομικές αστοχίες των πολιτικών και της επιχειρηματικής δράσης. 
         Το πέρασμα από την εποχή της αντίστασης και της καταγγελίας, που κατά κυριολεξία υπήρξε η εποχή της αγωνιστικής, πλην όμως εργαλειακά απεμπλουτισμένης, οικολογίας, στην εποχή της περιβαλλοντικής μόχλευσης της οικονομίας θα πραγματοποιηθεί επιτυχώς, αν υπάρξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Αν δηλαδή υπάρξουν επιχειρηματικές ιδέες που θα αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες τόσο μέσα από την ζήτηση των όρων περιβάλλοντος και ποιότητας από τους καταναλωτές και χρήστες όσο και μέσα από το θεσμικό περιβάλλον των κινήτρων.
         Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που οι ενδιαφερόμενοι για το πράσινο επιχειρείν σταθμίζουν τη στάση τους μπροστά στο νέο επιχειρηματικό τοπίο, συντελείται μια πολύ μεγάλη, οικουμενική και περιφερειακή, αλλαγή πολιτικών. Αυτή η αλλαγή συνίσταται στο σταδιακό πέρασμα των περιβαλλοντικών δικαιωμάτων στην κατηγορία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό δεσμεύει την πολιτική σε υποχρεωτική στήριξη των περιβαλλοντικών δικαιωμάτων ακόμη και μέσα από το καθεστώς ιδιοκτησίας και νομής, ενώ αλλάζει εκ βάθρων τους όρους της αγοράς. Αυτή η εξέλιξη συνοδοιπορεί με τη στάση της σύγχρονης κοινωνίας που αγωνίζεται να αυτοπροσδιοριστεί και να βρει τον δρόμο της μεταξύ της αγοράς και των πραγματικών αναγκών της ζωής και του περιβάλλοντος.

        Το τοπίο αυτής της αλλαγής σημαδεύεται τόσο από την νέα ζήτηση όσο και από το νέο επιχειρηματικό βλέμμα, που διαβλέπει την πολλαπλή και πολύπλευρη υπεραξία της ποιότητας του περιβάλλοντος και του προϊόντος να κυριαρχεί στην αγορά.

        Στον 21ο αιώνα το περιβάλλον και η φύση αποτελούν ένα λανθάνον συγκριτικό πλεονέκτημα, αποτελούν μέρος της επωνυμίας του προϊόντος για την καταναλωτική ζήτηση. 
Το ότι «πρασινίζει» η αγορά μέσα από την πράσινη ζήτηση δεν σημαίνει ότι παύει η ευθύνη του δημόσιου τομέα. Το νέο συγκριτικό πλεονέκτημα που από μόνο τους είναι ενδογενές σε κάθε τόπο, σε κάθε οικονομική περιφέρεια, για να αξιοποιηθεί, χρειάζεται νέες υποδομές, δικτυώσεις, στρατηγική και δράσεις. Σ’ αυτό ο ρόλος του δημόσιου τομέα, με τις δυνατότητες των θεσμικών και τακτικών πόρων του, είναι καθοριστικός. Ο δημόσιος τομέας αποτελεί τον μοχλό για την ανάκτηση και την ανάδειξη του συγκριτικού πλεονεκτήματος όπως και για την στήριξη της καινοτομίας. Ομοίως και στον τομέα του περιβάλλοντος μπορεί να αξιοποιήσει φυσικά και διαρθρωτικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και αυτό επειδή ο δημόσιος τομέας διαθέτει επαρκείς πόρους για μια τέτοια δράση, τους οποίους δεν προσδοκά κατ’ ανάγκην να πάρει γρήγορα πίσω σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα.

        Μια άλλη σοβαρή εξέλιξη που βρίσκεται προ των θυρών συνδέεται με την πιθανολογούμενη αλλαγή της παλιάς γενιάς της επιχειρηματικότητας. Η νέα επιχειρηματικότητα χαρακτηρίζεται από μια ολιστική επιχειρηματική κουλτούρα, μέσα από την οποία ο ιδιωτικός τομέας (η ιδιωτική οικονομία) όχι μόνον επικοινωνεί με την κοινωνική οικονομία, αλλά και την ενισχύει, προσδοκώντας να αναγνωρισθεί η τέτοια δράση της και τα προϊόντα της και να αυξηθεί έτσι η ζήτησή τους. Σε αυτή την αλλαγή συντελεί σε σημαντικό βαθμό ο τομέας του περιβάλλοντος. Αυτός απαιτεί κατ’ ανάγκην συνεργασία πολλών παραγόντων (επιχειρηματία, εμπόρου, παραγωγού, καταναλωτή, τοπικής αυτοδιοίκησης, επιστήμης κτλ.) και αποτελεί έτσι πεδίο πολυμερούς εταιρικού συστήματος συνυφασμένο με τις τοπικές κοινωνίες. ΄Ομως αυτό το σύστημα, επειδή είναι από τη φύση του ανοικτό σε πολλές ιδέες και επιδράσεις, μοιραία ενισχύει αυτή την αλλαγή της επιχειρηματικότητας.

Προβλήματα και προοπτικές
        Η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής συνιστώσας στην οικονομία συνδέεται και με ένα κόστος μελετών και γραφειοκρατίας, που διαμορφώνει και πελατειακές στρεβλώσεις. Είναι πολιτικό το ζήτημα του περιορισμού αυτών των στρεβλώσεων και του διοικητικού κόστους μεγέθυνσης της γραφειοκρατίας. Το πρόβλημα είναι σε ένα βαθμό το ίδιο με αυτό που συναντάμε και στη μεγέθυνση της κοινωνικής οικονομίας, των ΜΚΟ αλλά και των επιχειρήσεων: είναι το πρόβλημα του περιορισμού της αναλογίας του λειτουργικού κόστους σε σχέση με το τελικό καθαρό προϊόν και το παραδοτέο.
΄
     Όπως και να έχει πάντως «όσα κέρδη βγήκαν και βγαίνουν από την κατάρρευση του περιβάλλοντος, τόσα μπορούν να βγουν και από την ανοικοδόμηση και την ανάκτησή του».
Η πράσινη στενότητα ως άμεση και εν δυνάμει είναι μπροστά μας, καθώς το οικολογικό χρέος της οικονομίας μεγαλώνει. Η φύση δεν είναι μόνον η μήτρα της οικονομίας, αλλά κυρίως είναι η γενεσιουργός συνθήκη της ζωής. ΄Ετσι τα οικολογικά ελλείμματα κάποια στιγμή αναπόφευκτα -και στον βαθμό που η κοινωνική και ατομική ζήτηση εξελίσσεται υγιώς- θα γίνουν και οικονομικά. Αν λοιπόν συνεχίσουμε να παραγνωρίζουμε αυτή τη σχέση αλληλεπίδρασης οικονομικού και οικολογικού, οι εγγυήσεις του συστήματος θα καταπέσουν αφήνοντας σαν ερειπωμένη ανάμνηση την «βελούδινη ευημερία».

        Η αμοιβαιότητα του οικολογικού με τον οικονομικό χώρο αναδεικνύεται και στα μοντέλα θεώρησης. ΄Όπως η αγορά είναι αδιαίρετη έτσι, και ακόμη περισσότερο, είναι αδιαίρετη η φύση και η ζωή. Μέσα από αυτή την θεμελιώδη παραδοχή και με το συλλογικό κύρος των κοινωνιών και των πολιτικών πρέπει να αντιμετωπισθούν οι τάσεις των οικονομικών μονάδων να αποκρούουν και να απομακρύνουν από τον εαυτό τους και την αγορά το μακροχρόνιο κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος που δημιουργούν με τις εξωτερικές επιβαρύνσεις. Είναι καιρός να αναθεωρηθεί η θεώρηση της αγοράς ως πεδίου παιγνίου με κανόνες νίκης-ήττας κατά τη διαμόρφωση της ισορροπίας των ιδιωτικών προσδοκιών και πράξεων. Σε διαφορετική περίπτωση θα έλθουμε αντιμέτωποι με την ανάγκη για μια πράσινη λιτότητα, σταθεροποίηση και εξυγίανση της οικονομίας. Αυτό θα συμβεί αναπόφευκτα κάποια στιγμή, γιατί το οικολογικό νόμισμα δεν μπορεί να υποτιμηθεί, καθώς είναι η ίδια η ζωή.

        Μέχρι τώρα μέσα στην αναπτυξιακή διαδικασία δεν υπολογιζότανε παρά η νίκη στο παίγνιο της αγοράς ως κίνητρο και κινητήρια δύναμη. ΄Όμως αρχίζουμε πια να υποψιαζόμαστε πως αυτή η νίκη δεν είναι άλλο από την αυταπάτη της ευημερίας σε τεχνητές συνθήκες, χωρίς φύση και τελικά χωρίς ζωή. Και είναι αυταπάτη, επειδή η «ανάπτυξη για την ανάπτυξη» (σύμφωνα με τον Edward Abbey) και η «αγορά για την αγορά» αποτελούν νεοπλασματικές, άτυπες, αυτοκαταστροφικές και άρρυθμες δράσεις. Η φύση είναι ασθενής παίκτης στο παιχνίδι της ανάπτυξης, είναι παθητικός συντελεστής και δεν υπολογίζεται πολύ ως πόλος του παιχνιδιού, καθώς υφίσταται μόνον πειρατικές και ληστρικές επιδρομές. Η φύση όμως είναι ισχυρή έως και παντοδύναμη στην εκδίκησή της, και κυρίαρχη ως μοίρα σε τραγικό παιχνίδι.

Ο Boulding μας είπε ότι ζούμε με κοινό μέλλον μέσα στο Διαστημόπλοιο Γη. Εμείς προσθέτουμε ότι η Γη και η Φύση δεν έχουν έξοδο κινδύνου. Αυτή τη διαπίστωση οφείλουμε να την συνυπολογίσουμε στο λογιστήριο της ανάπτυξης και της αγοράς.
Η θεσμοθέτηση του δικτύου natura και όλων των αναγκαστικών περιβαλλοντικών πολιτικών δείχνει ότι η φύση γίνεται οικονομικό αγαθό που βρίσκεται σε στενότητα και διακινδύνευση. Ο Κοινωνικός Χάρτης της Πράσινης Οικονομίας βασίζεται στη θεμελιώδη αναγνώριση της αειφόρου ανάπτυξης, ότι δηλαδή αναπτυσσόμαστε με δάνεια από το μέλλον της φύσης, της ζωής και του περιβάλλοντος. Αυτά τα δάνεια δεν πληρώνονται μόνον με χρήμα και τεχνολογία, αλλά αποτελούν κόστος ζωής και μια μη αποδοτική σε βάθος χρόνου παραγωγή. 

    Αυτή η παραδοχή καθιστά επιτακτική την αρχή της πρόληψης και της δικαιοσύνης. Η αρχή αυτή θεμελιώνεται λειτουργικά στη συνεκτίμηση:
1)Της βιώσιμης Φέρουσας Ικανότητας.
2)Του Κόστους των Εξωτερικών Επιβαρύνσεων της ανάπτυξης και
3)Της Δικαιοδοσίας τόσο των ρυθμιστικών φορέων, όσο και των δικαιούχων της οικονομικής δραστηριότητας στη βάση του νόμου και της νομιμότητας. Ο νόμος υπήρχε πάντοτε, παρά την αγορά, επειδή πάντοτε υπήρχαν εξωτερικές επιβαρύνσεις, καθώς επίσης και ανάγκες που δεν έβρισκαν στέγη στην αγορά. 
΄Ετσι προκύπτουν τρεις αρχές και στόχοι για την πράσινη οικονομία που αποτελούν την βάση για την πρόληψη και τον μερισμό του κόστους μέσα και από την αγοραία ανάκτησή του:
1) Η βιωσιμότητα (η περιβαλλοντική και η κοινωνική). Αυτή η βιωσιμότητα θεμελιώνεται πάνω στις αξίες και τα δικαιώματα της υγείας, της ποιότητας ζωής, της φύσης, του περιβάλλοντος, της παιδείας, του πολιτισμού και την εισοδηματική βιωσιμότητα και επάρκεια.
2) Η αποτελεσματικότητα του κόστους.
3) Τα θεμιτά δικαιώματα

        Είναι φανερό ότι παρ’ όλες τις μέχρι τώρα επιτεύξεις του το «Αόρατο Χέρι» δεν μπορεί ούτε να διαχειριστεί τις εξωτερικές επιδράσεις ούτε όμως να καλύψει τις ανάγκες, τις αξίες και τα δικαιώματα επαρκώς. Γι’ αυτό στα εργαλεία της πράσινης οικονομίας δίπλα από την αγορά και την κοινωνική ζήτηση είναι ο συστημικός σχεδιασμός. Το γαλλικό κίνημα των κοινωνικών οικονομολόγων του 2000, που έγινε πια διεθνές, καταγγέλλει την συμβατική οικονομία ως καταστροφικά «αυτιστική». Εξ άλλου πέρα από το ψηφιακό & τεχνολογικό χάσμα ανισότητας διαμορφώνεται ένα νέο χάσμα ανισότητας – το περιβαλλοντικό. Η ποιότητα του περιβάλλοντος αναδεικνύεται σε αναπτυξιακό συντελεστή πρώτης τάξης καθώς οι παλιές αναπτυξιακές προσεγγίσεις που απαξίωναν το περιβάλλον αποκαλύπτονται ως αναπτυξιακός αναλφαβητισμός για την εποχή της βιώσιμης ανάπτυξης.
΄
        Ηδη η κοινωνική ζήτηση διαμορφώνει νέα εργαλεία όπως τα συστήματα της κοινωνικής οικονομίας, το ηθικό και δίκαιο εμπόριο και τα τοπικά και δικτυακά συστήματα ανταλλαγών. Η πράσινη ευελιξία της οικονομίας είναι προσαρμοσμένη στην εξυπηρέτηση των νέων αναγκών.          
        Για παράδειγμα η αντικαταναλωτική διαμαρτυρία ωριμάζει οικονομικά και γίνεται κοινωνική συμφωνία τιμής, γίνεται κατανάλωση ποιότητας με τιμές ποιότητας και με κοινωνικές πολιτικές μείωσης του κόστους.
        Με όλα αυτά μπορούμε να συμπεράνουμε ένα πράγμα, ότι δηλαδή η οικολογία είναι το «άλας» των επιστημών και του μέλλοντος, καθώς αποτελεί την σύνδεση των επιστημών της φύσης με τις επιστήμες και τις πολιτικές του ανθρώπου για το μέλλον της ζωής.

        Ανάλογα η πράσινη οικονομία συνθέτει το χθες και το σήμερα της οικονομίας με τις ανάγκες του μέλλοντος.

 

22 Ιουλίου 2008,

Γιάννης Ζήσης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας,
Μέλος της γραμματείας της ΜΚΟ Σόλων