ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ

Δέκα ερωτήσεις για το πρόβλημα του νερού και την αντιμετώπισή του 
Γιάννης Α. Μυλόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Α.Π.Θ. 
Πολυτεχνική Σχολή -Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών 
Τομέας Υδραυλικής & Τεχνικής Περιβάλλοντος

Η λύση στο σημερινό πρόβλημα του νερού προβάλλει μέσα από τη βιώσιμη διαχείρισή του.  

-Υπάρχει πρόβλημα νερού;
 

-Τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο συχνά επανέρχεται στην επικαιρότητα το πρόβλημα της έλλειψης του νερού. Οι απόψεις που ακούγονται είναι από ακραία καταστροφολογικές, μέχρι ακραία αισιόδοξες και καθησυχαστικές. Και φυσικά μεταξύ άσπρου και μαύρου εμφανίζονται όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι…. Όπως άλλωστε γκρι είναι ύστερα απ’ όλα αυτά και η εικόνα που η κοινή γνώμη διαμορφώνει για το πρόβλημα.  —Τελικά τι συμβαίνει σήμερα με το νερό; Υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόβλημα και σε τι έκταση;  -Σήμερα είναι φυσικό, ιδίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, το νερό να θεωρείται σαν κάτι δεδομένο: Αρκεί κανείς να ανοίξει τη βρύση και θα έχει στη διάθεσή του άφθονο, καθαρό γλυκό νερό. Άλλωστε ζούμε σ’ ένα πλανήτη του οποίου η επιφάνεια κατά τα δύο τρίτα ή και περισσότερο καλύπτεται από νερό. Είναι λοιπόν γεγονός ότι η… ψευδαίσθηση της αφθονίας δεν επιτρέπει εύκολα να αποκαλυφθεί η αλήθεια, ότι δηλαδή με την πάροδο του χρόνου το γλυκό νερό τείνει να μετατραπεί σε ένα αγαθό σε ανεπάρκεια.
Μια ματιά στη διεθνή κατάσταση δικαιολογεί πλήρως τις ανησυχίες: Ήδη από επίσημα στοιχεία του Ο.Η.Ε. είναι γνωστό ότι σήμερα 232 εκατομμύρια άνθρωποι από 26 χώρες του τρίτου κόσμου πλήττονται από λειψυδρία, αδυνατώντας να καλύψουν βασικές καθημερινές ανάγκες σε νερό. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, άλλες 18 χώρες στην Αφρική και την Ασία απειλούνται άμεσα, καθώς βρίσκονται σε οριακή από άποψη υδατικών αποθεμάτων κατάσταση.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις το 2025, οπότε ο πληθυσμός της γης θα πλησιάζει ή και θα έχει υπερβεί τα 10 δισεκατομμύρια, ένας στους τρεις κατοίκους του πλανήτη, δηλαδή περίπου 3,5 δισ. άνθρωποι σε 52 χώρες της γης, είτε θα ζουν σε καθεστώς λειψυδρίας, είτε θα κινδυνεύουν άμεσα από αυτήν. 
Επιπλέον το νερό προβλέπεται ότι θα αποτελέσει αιτία διαμάχης και συγκρούσεων μεταξύ γειτονικών χωρών, δεδομένου ότι περίπου το 40% των κατοίκων της γης ζουν σε περισσότερες από 200 διακρατικές υδρολογικές λεκάνες, το νερό των οποίων μοιράζονται περισσότερεςαπόδύο σε κάθεπερίπτωσηχώρες.

Συζητάμε επομένως για ένα πρόβλημα όχι μόνο υπαρκτό, αλλά και διαρκώς εντεινόμενο, του οποίου οι προοπτικές κάθε άλλοπαρά ευοίωνες μπορούν να χαρακτηριστούν.

-Απ’ ότι φαίνεται πάντως το πρόβλημα δεν αφορά εμάς, αλλά κυρίως τον τρίτο κόσμο. — 

«Εξ όνυχος τον λέοντα». Είναι μάλλον απλοϊκή η αντιμετώπιση παρόμοιων προβλημάτων με τη λογική των ορίων και των διαχωριστικών γραμμών. Το γεγονός ότι τα πρώτα θύματα ανιχνεύονται συνήθως στις περισσότερο ευαίσθητες και ευάλωτες περιοχές δεν θάπρεπε να λειτουργεί καθησυχαστικά, αφού όχι μόνο επιβεβαιώνει την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά και προειδοποιεί για το μέγεθος της επερχόμενης απειλής.

Η σημερινή κατάσταση πάντως στη χώρα μας κάθε άλλο παρά καθησυχαστική εμφανίζεται να είναι. Το μεγαλύτερο μέρος του υπόγειου υδατικού δυναμικού της χώρας υφίσταται ήδη τις συνέπειες της εντατικής εκμετάλλευσης ή της ποιοτικής υποβάθμισης, που εκδηλώνονται με τη δραματική πτώση της στάθμης των υδροφόρων οριζόντων και την εκτεταμένη ρύπανση του υπόγειου νερού. Το αγροτικό ζήτημα του Θεσσαλικού κάμπου αλλά και των υπολοίπων αγροτικών περιοχών δεν φαίνεται να είναι άσχετο από το γεγονός ότι το νερό αντλείται πλέον από μεγάλα βάθη, συχνά αρκετών εκατοντάδων μέτρων, με προφανείς περιβαλλοντικές, αλλά και σοβαρές οικονομικές συνέπειες και επιπτώσεις. Στις περισσότερες παράκτιες περιοχές αντλείται πλέον συστηματικά υφάλμυρο νερό, ως αποτέλεσμα της εισόδου θαλασσινού νερού στους υδροφορείς λόγω υπεράντλησης. Πολλά ποτάμια, λίμνες και υγρότοποι υφίστανται τις επιπτώσεις της μεγάλης αύξησης της ζήτησης του νερού, αλλά και των εκτεταμένων έργων «αξιοποίησης» του υδατικού δυναμικού. Κορυφαίο, αν και όχι μοναδικό παράδειγμα υγροτόπου που αν και προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες ως σπάνιο οικοσύστημα, έχει πάψει να λειτουργεί ως τέτοιο, αποτελεί η περίπτωση της λίμνης Κορώνειας, η οποία έχει χάσει το 90% του υδατικού της δυναμικού την τελευταία δεκαπενταετία.
Και βέβαια ας μη ξεχνάμε το πρόβλημα του νερού στις πλέον ευαίσθητες υδατικά περιοχές της χώρας, τα νησιά, που εκδηλώνεται στις πιο «απλές» περιπτώσεις ως έλλειψη νερού τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ στις πιο σύνθετες ως πλήρης αδυναμία κάλυψης στοιχειωδών αναγκών σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, με αποτέλεσμα τη συστηματική μεταφορά νερού απόαλλούμε υδροφόρες. Θά έλεγε λοιπόν κανείς συνοψίζοντας, ότι το πρόβλημα όχι απλώς μας αφορά, αλλά κανονικά θάπρεπε και να μαςκαίει! 

Οι αιτίες του προβλήματος  –Ποιες είναι οι κυριότερες αιτίες για το πρόβλημα της λειψυδρίας;

-Ας μη ξεχνάμε ότι το νερό δεν είναι μόνο απαραίτητο για τη συντήρηση της ίδιας της ζωής, αλλά είναι και πρωταρχικής σημασίας για ένα μεγάλο πλήθος εξόχως σημαντικών δραστηριοτήτων του ανθρώπου, ξεκινώντας από τη γεωργία, μέχρι την βιομηχανική ανάπτυξη, τον τουρισμό και την παραγωγή ενέργειας. Η αύξηση λοιπόν του πληθυσμού της γης, η αλλαγή των συνηθειών διαβίωσης και η τεχνολογική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την παραδοχή της έστω σταθερής στο χρόνο, αν όχι φθίνουσας εν τέλει, διαθέσιμης ποσότητας νερού, δημιουργούν δύο αντιφατικές τάσεις: συνεχή μείωση των κατά κεφαλήν διαθέσιμων υδατικών πόρων από τη μια, εξ αιτίας της αύξησης του πληθυσμού, και διαρκή αύξηση των κατά κεφαλήν απαιτήσεων από την άλλη, αποτέλεσμα της αλλαγής των συνθηκών διαβίωσης, της εντατικοποίησης των ρυθμών της ανάπτυξης, αλλά και της εφαρμογής σύγχρονων υδροβόρων τεχνολογικών μέσων και μεθόδων.  Η επέκταση και η εντατικοποίηση των αρδεύσεων στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, με την εισαγωγή των σύγχρονων υδροβόρων καλλιεργειών και την εφαρμογή σπάταλων σε νερό αρδευτικών μεθόδων στον αγροτικό τομέα, που είναι και ο μεγαλύτερος χρήστης με συμμετοχή 85% στην ετήσια κατανάλωση νερού στη χώρα μας, καθώς και οι αυξημένες σε νερό απαιτήσεις επεξεργασίας των προϊόντων στον βιομηχανικό τομέα, ο οποίος αν και δεν συμμετέχει σημαντικά στην κατανάλωση, εντούτοις συμβάλλει καθοριστικά στη ρύπανση του νερού, (μήπως η ρύπανση δεν είναι κι αυτή μια μορφή υποβάθμισης και άρα καταστροφής των υδατικών αποθεμάτων;) επαληθεύουν τη μεγάλη αλλαγή που έχει επιτελεσθεί τα τελευταία χρόνια.  Καθώς ο 20ος αιώνας τελειώνει, εκτιμάται ότι οι απαιτήσεις σενερό έχουν κατά μέσον όρο περίπου δεκαπλασιαστεί κατά τη διάρκειά του, γεγονός που σημαίνει ότι η αύξηση της ζήτησης του νερού ήταν κατά μέσον όρο τρεις φορές πιο γρήγορη από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού. 

Η έννοια της λειψυδρίας  -Άρα λοιπόν το πρόβλημα του νερού δεν είναι αποτέλεσμα φυσικών, όσο ανθρωπογενών αιτίων, αν μπορούμε να κάνουμε μια τέτοια διάκριση.

-Η διάκριση έχει νόημα, γιατί σηματοδοτεί την κατεύθυνση προς την οποία θα αναζητηθούν οι λύσεις. Θα πρέπει κατ’ αρχήν πάντως να γίνει σαφές, ότι λειψυδρία δε σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει νερό, αλλά ότι τα διαθέσιμα αποθέματα δεν αρκούν για την κάλυψη των αναγκών. Το πρόβλημα του νερού έχει δύο διακριτές και ανεξάρτητες μεταξύ τους διαστάσεις: Τη διάσταση της φυσικής προσφοράς από τη μια, που παραπέμπει στον υδρολογικό κύκλο και τις διάφορες μορφές εμφάνισης του νερού στη γη και τη διάσταση της ζήτησης από την άλλη, που παραπέμπει στις οικονομικές, τις τεχνολογικές και τιςκοινωνικές παραμέτρους του προβλήματος.
Για να επιτευχθεί επομένως ο στόχος της επάρκειας των υδατικών αποθεμάτων και συνεπώς να αποφευχθεί ο κίνδυνος της λειψυδρίας, απαιτείται η επίτευξη ισορροπίας στο ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης του νερού. Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι το πρόβλημα της διατάραξης του ισοζυγίου οφείλεται σε συνδυασμό φυσικών και ανθρωπογενών αιτίων. Εκείνο που έχει σημασία πάντως περισσότερο κι από τον επιμερισμό των ευθυνών είναι ότι ο άνθρωπος συμμετέχει καθοριστικά στη δημιουργία του προβλήματος, ως ο μόνος υπεύθυνος στη διαμόρφωση του δεύτερου σκέλους του ισοζυγίου, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί και να συμβάλει δραστικά στην αντιμετώπισή του.   Ο ρόλος της τεχνολογίας και η ψευδαίσθηση της αφθονίας  -Προφανώς εννοείτε επέμβαση μέσω των δυνατοτήτων της επιστήμης και της τεχνολογίας. – Η συμβολή της επιστήμης και της τεχνολογίας υπήρξε καθοριστική σε ό,τι αφορά στην προσομοίωση της φυσικής λειτουργίας των υδατικών συστημάτων, καθώς και στις διαδικασίες του εντοπισμού, της συγκέντρωσης, της συλλογής, της αποθήκευσης, της μεταφοράς και της διανομής, καθώς και της επεξεργασίας και του καθαρισμού του νερού. Είναι γνωστός και κοινωνικά καταξιωμένος ο ρόλος των υδραυλικών έργων στην ανάπτυξη και την ευημερία του ανθρώπου. Εκείνο που όμως είναι λιγότερο γνωστό, είναι ο αρνητικός ρόλος της τεχνολογίας στην υπόθεση της διατάραξης των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης νερού, καθώς έχει την κύρια ευθύνη γι αυτό που ονομάστηκε ψευδαίσθηση της αφθονίας.Βοήθησε δηλαδή η τεχνολογία στην καλλιέργεια μιας αντίληψης για την αντιμετώπιση των υδατικών προβλημάτων, η οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε μονότονα σ’ αυτό που ονομάστηκε διαχείριση της φυσικής προσφοράς του νερού.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, μέχρι σήμερα η επιδίωξη εξαντλούνταν στην αναζήτηση διαρκώς νέων πηγών νερού, σε συνδυασμό με το σχεδιασμό νέων υδραυλικών έργων, προς κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων υδατικών αναγκών, οι οποίες θεωρήθηκαν πάντοτε περίπου ως δεδομένες. Σήμερα όμως είναι πλέον φανερό το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί αυτή η αντιμετώπιση, δεδομένου ότι ενώ οι ανάγκες σε νερό αυξάνονται διαρκώς, τα υδατικά αποθέματα όταν δεν μειώνονται λόγω εξάντλησης ή ποιοτικής υποβάθμισης, παραμένουν στηνκαλύτερη περίπτωση σταθερά στο χρόνο.

Ο ρόλος της Διαχείρισης των Υδατικών Πόρων  – Αν όχι μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, τότε με τι τρόπο θα μπορούσε ο άνθρωπος να επέμβει στο πρόβλημα του νερού;

-Το γεγονός ότι με την επιστήμη και την τεχνολογία «χάθηκε το μέτρο», δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι εξαιρούνται από τη διαδικασία αντιμετώπισης του υδατικού προβλήματος. Ως εργαλεία, θα συνεχίσουνκαιστο μέλλον να έχουνπρωταγωνιστικό ρόλοστην αναζήτηση και την επίτευξη λύσεων.Το μεγάλο ζητούμενο της σημερινής εποχής και συγχρόνως η μεγάλη πρόκληση της επιστημονικής περιοχής, αλλά και της επιχειρησιακής πρακτικής της Διαχείρισης των Υδατικών Πόρων, είναι ακριβώς η ανεύρεση του καλύτερου τρόπου αξιοποίησης των δυνατοτήτων που παρέχουν η επιστήμη κι η τεχνολογία, στην κατεύθυνση όχι πλέον μονόπλευρα της ενίσχυσης του σκέλους του ισοζυγίου που αφορά στη φυσική προσφορά του νερού, αλλά αντίθετα στην κατεύθυνση της διευθέτησης του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης του νερού σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης και υδατικού διαμερίσματος. Και μια τέτοια ολοκληρωμένη επέμβαση σ’ ένα τόσο σύνθετο σύστημα δεν μπορεί να εξαντλείται στην εφαρμογή μεμονωμένων μεθοδολογιών ή τεχνικών, αλλά απαιτεί το σχεδιασμό και την άσκηση συγκροτημένης πολιτικής τόσο εθνικό, όσο και περιφερειακό.   Το έλλειμμα των ισοζυγίων και το έλλειμμα της πολιτικής 

-Δηλαδή το πρόβλημα του νερού είναι πρόβλημα πολιτικό;

-Ακριβώς! Το πρόβλημα του νερού σήμερα είναι ένα πρόβλημα βαθύτατα πολιτικό. Η υπόθεση της διευθέτησης του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης του νερού, όπως είναι πια σαφές, είναι μια υπόθεση σύνθετη που εμπλέκει εκτός από φυσικές και τεχνολογικές, επιπλέον και οικονομικές και κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους και εδώ ακριβώς συνίσταται και η δυσκολία στην αντιμετώπισή του. Απαιτείται δηλαδή συνολική, ολοκληρωμένη και συνδυασμένη επέμβαση σε όλα τα μέτωπα και τους τομείς, γεγονός που απαιτεί σχεδιασμό και συγκρότηση οργανωμένου στρατηγικού σχεδίου.
Μπορεί με βεβαιότητα πια να αποδειχθεί ότι τα ελλειμματικά ισοζύγια προσφοράς και ζήτησης του νερού, όπου εμφανίζονται, αντανακλούν πολύ περισσότερο το έλλειμμα πολιτικής και πολύ λιγότερο το έλλειμμα νερού αυτό καθεαυτό! 

– Πως αποδεικνύεται αυτό? Πως δηλαδή πιστοποιείται η απουσία πολιτικής για το νερό; 

-Το έλλειμμα της πολιτικής τεκμηριώνεται καθημερινά από την αποσπασματική, την τομεακή, τη συμπτωματική και την ασυντόνιστη διαχείριση του νερού, τη χωρίς ενιαία πνοή, χωρίς συγκρότηση, χωρίς οργάνωση και χωρίς σχεδιασμό. Δύσκολα βρίσκεται σήμερα υπουργείο, οργανισμός, ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα ή της τοπικής αυτοδιοίκησης, που να μην είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναμιγμένο στον κύκλο της διαχείρισης του νερού. Επιπλέον οι λογής χρήστες νερού έχουν αυτοαναγορευθεί σε διαχειριστές, δηλαδή συντονιστές, έτσι που το παιχνίδι να παίζεται πια αποκλειστικά από τους διαιτητές, ελλείψει παικτών! Και είναι γνωστές κατά τη λαϊκή σοφία οι επιπτώσεις στην αρτιμέλεια του παιδιού από την παρουσία πληθώρας μαιών! Ακόμη το έλλειμμα πολιτικής τεκμηριώνεται από τη διαπίστωση ότι το νερό, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι φυσικοί πόροι, αντιμετωπίζεται ανθρωποκεντρικά, που σημαίνει ότι η χρήση και η εκμετάλλευσή του ανάγονται σε κορυφαία ζητήματα, ενώ η περιβαλλοντική του διάσταση αγνοείται ή υποβαθμίζεται συστηματικά.  Η επιδίωξη ακόμη και σήμερα βρίσκεται στην κατεύθυνση της αξιοποίησης της τεχνολογίας για την ανεύρεση νέων πηγών με ό,τι κόστος και η επικρατούσα αντίληψη είναι αυτή της υδατικής αφθονίας. Και βέβαια η απουσία πολιτικής επιβεβαιώνεται από το ρόλο του Επιμηθέα, που φαίνεται να είναι δελεαστικότερος για άλλη μια φορά από εκείνον του Προμηθέα. Διότι έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί η ετήσια, εποχιακή, συνήθως καλοκαιρινή και μόνον ενασχόληση των πάντων με τα προβλήματα του νερού, καθώςκαιοι ευκαιριακές, αποσπασματικές και πυροσβεστικού τύπου λύσεις που συνήθωςπροωθούνται!

 Μόνη λύση ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας Βιώσιμης Πολιτικής Νερού

-Ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής νερού ικανής να αντιμετωπίσει το πρόβλημα οριστικά και αποτελεσματικά;

-Ο αναπτυξιακός ρόλος του νερού, με την πολυδιάστατη συμμετοχή του σε όλους τους τομείς της παραγωγικής δραστηριότητας και ταυτόχρονα ο περιβαλλοντικός του χαρακτήρας, με τη θεμελιώδη σημασία του στη διατήρηση της ζωής των κάθε μορφής οικοσυστημάτων, καθιστά την ένταξη της Διαχείρισης των Υδατικών Πόρων στην προοπτική της Βιώσιμης Ανάπτυξης για το Περιβάλλον όχι μόνο προφανή, αλλά και επιβεβλημένη.  Μια αποτελεσματική πολιτική νερού θα πρέπει λοιπόν πάνω απ’ όλα να έχει τα χαρακτηριστικά της βιωσιμότητας, τα οποία καθορίζονται από την ικανότητά της να εγγυηθεί τον διαχρονικό χαρακτήρα της επίτευξης του διπλού στόχου: της ανάπτυξης αφενός, με την ικανοποίηση των αναγκών σε νερό και της διατήρησης του περιβάλλοντος αφετέρου, με την προστασία και τη διατήρηση της υγείας και της ακεραιότητας των οικοσυστημάτων.

Πως μπορεί αυτό να επιτευχθεί; Τι αλλαγές χρειάζονται; 

-Για να είναι μια πολιτική νερού βιώσιμη, θα πρέπει να έχει δύο κατά βάση χαρακτηριστικά:
1. Να είναι ολοκληρωμένη, να αντιμετωπίζει δηλαδή τα προβλήματα με ενιαίο και συνολικό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις επιμέρους διαστάσεις και παραμέτρους του νερού, (φυσικές, οικονομικές, τεχνικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές), καθώς και τη μεταξύ τους δυναμική τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο και 
2. Να δίνει έμφαση στη διαχείριση της ζήτησης του νερού αντί της αδιέξοδης περιβαλλοντικά αλλά και ζημιογόνου οικονομικά πολιτικής της διαχείρισης της προσφοράς του. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες σε νερό δεν αποτελούν πλέον το σταθερό δεδομένο του προβλήματος της διαχείρισης των υδατικών πόρων στο οποίο θα πρέπει να προσαρμοστεί η φυσική προσφορά του νερού, αλλά αντιθέτως: τα αναπτυξιακά σχέδια θα πρέπει να προσαρμόζονται στους περιορισμούς και τις δυνατότητες των υδατικών αποθεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και τεχνικές. Αυτή άλλωστε είναι και η πεμπτουσία της παραδοχής της Βιώσιμης ΑνάπτυξηςΗ διαχείριση της ζήτησης του νερού με την εφαρμογή οικονομικών μεθόδων και εργαλείων, αποτελεί σήμερα τη μόνη ρεαλιστική λύση, που μπορεί να επιτύχει εξοικονόμηση νερού μέχρι και 90% στον βιομηχανικό, 50% στον αγροτικό και 30% στον αστικό τομέα. Η πρόσφατη άλλωστε οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νερό και την κοστολόγησή του κινείται ακριβώς στην κατεύθυνση αυτή, επιβεβαιώνοντας την αναγκαιότητα και τη σημασία αυτής της πολιτικής μεταρρύθμισης.

Η επιστήμη σήμερα παρέχει όλες τις προϋποθέσεις για την άσκηση και εφαρμογή μιας βιώσιμης υδατικής πολιτικής. Η κοινωνία από τη δική της μεριά είναι αρκετά ευαισθητοποιημένη και ώριμη πια για να αντιληφθεί τη σημασία της αλλαγής και να αναλάβει το σχετικό κόστος. Το μόνο που λείπει σήμερα φαίνεται να είναι η πολιτική βούληση!

17 Ιουλίου 2008